Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα μακρινό δάσος, ζούσαν δύο μαμάδες: μια κουκουβάγια και μια πέρδικα.
Εστειλαν τα παιδάκια τους στο σχολείο, όμως ήταν αδιάβαστα και ο δάσκαλος (παιδαγωγός να σου πετύχει) για τιμωρία τα άφησε νηστικά το μεσημέρι.
Ετσι οι δύο μανάδες ετοίμασαν λίγο φαγάκι για τα μικρά τους.
Ομως η πολυάσχολη πέρδικα δεν μπορούσε να πάει στο σχολείο και έδωσε το δισάκι της στην κουκουβάγια.
«Και πώς θα το αναγνωρίσω, φιλενάδα, ανάμεσα σε όλα τα παιδάκια;», ρώτησε η κουκουβάγια.
«Μα είναι απλό, χρυσή μου. Είναι το πιο όμορφο από όλα».
Να μην τα πολυλογούμε, η κουκουβάγια, δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει, έφτασε στο σχολείο, τάισε τον κανακάρη της, όμως ποτέ δεν έδωσε το κολατσιό στο περδικόπουλο. Βλέπεις, στα μάτια της το πιο όμορφο, το πιο καλό, το πιο έξυπνο, ήταν το δικό της.
Αυτά μας λέει το λαϊκό παραμύθι. Ομως ο μυθοπλάστης ξέχασε να μας πει ότι και το παιδί της κουκουβάγιας έβλεπε τη μαμά του ως την πιο καλή, την πιο όμορφη, την πιο κομψή μαμά του κόσμου.
Κι ας ήταν η εν λόγω κουκουβάγια κομματάκι υπέρβαρη.
Ο γιος μεγάλωσε, τελείωσε το σχολείο, παρότι συνέχισε να παραμένει ανελλιπώς αδιάβαστος, και κάποια στιγμή ανακοίνωσε στη μαμά κουκουβάγια ότι θα φύγει όχι μόνο από τη φωλιά, αλλά και από το δάσος.
Ανοιξε φτερά και πέταξε για τον μακρινό Βορρά. Και κάποια στιγμή τού τηλεφώνησαν ότι η μαμά του μπήκε στο νοσοκομείο.
Και δώσ’ του τότε να γεμίζει τύψεις ο γιος, που άφησε τη μητέρα του πίσω στην πατρίδα και ξενιτεύτηκε.
Που την άφησε μονάχη, χωρίς οικογένεια, χωρίς φροντίδα από έναν δικό της άνθρωπο.
Δεν είναι κάτι σοβαρό. Ενα μικρό χειρουργείο μονάχα, του είπε ένα πουλάκι.
Γιατί είναι φίλη με όλα τα πουλιά του δάσους: μπεκάτσες, τσίχλες, περιστέρια, αηδόνια, τσαλαπετεινούς και παγόνια, που λέει κι ο Σαββόπουλος.
Μόνο η πέρδικα σταμάτησε να της μιλάει μετά το περιστατικό στο σχολείο. Με το δίκιο της, εδώ που τα λέμε.
Δεν είναι κάτι σοβαρό. Αλλά πώς να δεχτεί ο γιος της κουκουβάγιας ότι δεν είναι δίπλα στη μαμά του να τη βοηθήσει;
Κουράγιο, μαμά. Περαστικό θα είναι. Και σύντομα θα έρθω, θα ανεβούμε παρέα στο κλαδί και θα κάνουμε μαζί κουκουβάου – κουκουβά.
