Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αυτή η πολύ σημαντική πρωτοβουλία του Εθνικού να εντάξει στο πρόγραμμά του αυστηρά επιλεγμένους νέους Ελληνες συγγραφείς -και μάλιστα κάτω από την πολύ τιμητική ομπρέλα του «Συγγραφέα του μήνα»- οφείλει να κινητοποιήσει την προσοχή μας. Το Εθνικό Θέατρο δεν είναι οποιοδήποτε θέατρο∙ πρόκειται για τον βασικό θεσμό ανάδειξης της ντόπιας δραματουργίας μας, ώστε η επιλογή εκ μέρους του νέων συγγραφέων να αποκτά αυτοδικαίως βαρύτητα και σημασία.

Κι αληθινά, η δράση έφερε με την πρώτη στο θέατρό μας μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα αποκάλυψη. Ο «Σούμαν» στη Νέα Σκηνή, για «μερικές μόνο παραστάσεις», συστήνει στο θέατρό μας μια νέα φωνή με ξεχωριστή προίκα και χαρίσματα. Μπορεί να ανήκει στο «Τρένο στο Ρουφ» η τιμή ότι αυτό σύστησε τη Σοφία Καψούρου ως συγγραφέα πέρυσι με τις «Ερωμένες στον καμβά». Ωστόσο, τώρα για πρώτη φορά ακούσαμε τόσο δυνατά τη φωνή της. Στο Εθνικό, με τον «Σούμαν»…

Ας ομολογήσω πάντως ότι βάδιζα προς το Εθνικό έχοντας στον νου μου μικρό καλάθι. Γιατί; Στόχος του «Σούμαν», όπως τον κατάλαβα από τα δελτία Τύπου, μέρος πρώτο: μια θεατρική σπουδή στην ατομικότητα, με αφορμή τη βιογραφία του ρομαντικού συνθέτη Ρόμπερτ Σούμαν, και αιτία το μεγάλο ποτάμι του Ρομαντισμού στις υπερχειλισμένες όχθες του.

Στόχος που εντάσσει με κάποιον τρόπο το ίδιο το πόνημα στη χορεία των όσων εξιστορεί: μια ρομαντική, ατελεύτητη προσπάθεια, νεανικής ορμής και θυελλώδους θράσους, που κι η ίδια θα χαρεί με τον θρίαμβο του λάθους και της μοιραίας αποτυχίας της.

Μέρος δεύτερο: αυτός ο «Σούμαν» θέλει να αποκαθάρει τον Ρομαντισμό από το κεφαλαίο γράμμα του και την ιστορία του, να τον αντιμετωπίσει ως μια διαρκώς επίκαιρη ανθρώπινη ουσία, μεταφέροντάς μας από τα μουσικά σπουδαστήρια του 19ου αιώνα, τα σαλόνια και τα ménage à trois του αστικού θεάτρου, στην Αθήνα του 21ου αιώνα, εδώ όπου, όπως λέει, στις πιο απίθανες γωνιές ενεδρεύουν το ίδιο ανυπότακτο όνειρο, η ιδιοφυής τρέλα, το πάθος και το λάθος, όπως τα δύο συμφύρονται και αλληλοδοξάζονται για πάντα στις καρδιές των πάντοτε νέων.

Κι όλα αυτά σε -το τρίτο μέρος του στόχου- ρήμα και στίχο, σε έκφραση μουσική και λυρική, με γλωσσικό μανδύα ποιητικό, κατάλληλο για την εξιστόρηση μιας ιστορικής όσο και διόλου καθημερινής υπόθεσης…

Το αποτέλεσμα; Μακριά από ό,τι φοβόμουν, ακόμη μακρύτερα από ό,τι φανταζόμουν. Αποτέλεσμα από πολλές απόψεις «εντυπωσιακό».

Το πρώτο που με εντυπωσιάζει στον «Σούμαν» είναι το κλίμα του. Κλίμα μάλλον ελαφρύ, με χιούμορ και με σκέρτσο, όπως φανταζόμαστε τις ιδιοφυΐες μετά τον Μότσαρτ, καλλιτέχνες που, κι αν είχαν για θέμα τους τη μελαγχολία και αστοχία (ως όρο ζωής), η φυσιογνωμία κι οι αποφάσεις τους δεν έπαψαν μέσα μας να ανήκουν σε πορτρέτα εφήβων.

Το δεύτερο -ακόμα πιο- εντυπωσιακό στο έργο της Καψούρου είναι η τεχνική του. Δεν μιλώ εδώ για τη δραματουργία, που δουλεύει κάτω στις μηχανές του θεατρικού, στέρεη, οικονόμα και παραγωγική. Μιλώ για τη γλώσσα, με τη δύναμη και την ευλυγισία της. Οπως είπαμε, το μεγάλο μέρος του έργου έχει αποδοθεί σε στίχο.

Αλλά για τι στίχο μιλάμε: σφικτό και κοντό, σχεδόν «καλαμπούρι» (!), που άλλοτε αναδύεται κι άλλοτε χωνεύεται στη φράση, όπως κάνει ο Σέξπιρ στις νεανικές κωμωδίες του, βάζοντας τον διάλογο να αναπηδά σαν σε τραμπολίνο, δίνοντας στο σώμα του στοχασμού ώθηση για συναρπαστικά άλματα. Στον «Σούμαν» δεν υπάρχει μόνον ο «ρομαντισμός»: υπάρχουν ακόμα γερά πρόσωπα και χαρακτήρες, μουσική και μουσικολογία, υπάρχει μια όμορφή φανερή ιστορία και μια, ακόμα ομορφότερη, μυστική.

Κι έτσι καταλήγω στο τρίτο και σημαντικότερο απόκτημα του «Σούμαν» που προκύπτει από τα παραπάνω. Εχει να κάνει με αυτό που θα λέγαμε σκηνική «φυσιογνωμία». Είναι συναρπαστικά ξεχωριστό, ιδιόρρυθμο, περίεργα παιγνιώδες. Είναι ταυτόχρονα βαρύ και σοβαρό, μελαγχολικό και μαζί ορμητικό, γεμάτο από όμορφη νεότητα. Με την Καψούρου -αν τη φωτίσουν η έμπνευση και η τύχη στο μέλλον- η δραματουργία μας κέρδισε όχι μόνο μια νέα συγγραφέα, αλλά και μια νέα φωνή.

Τα ίδια πάνω-κάτω τονίζουν τα εισαγωγικά σημειώματα που προτάσσονται στην έκδοση του έργου από τους υπεύθυνους της γενναιόδωρης πρωτοβουλίας του Εθνικού, Σάββα Κυριακίδη και Ανδρέα Στάικο. Συμφωνώ απόλυτα μαζί τους, θυμίζοντας παράλληλα πως σε ένα τέτοιο έργο, «φωνής», αυτό που συχνά χαρακτηρίζουμε ως έλλειψη γίνεται αρετή στο αμέσως επόμενο.

Διαπιστώνω λοιπόν κι εγώ από τη μεριά μου μια «έλλειψη»: η δευτερεύουσα πλοκή του έργου (στην Αθήνα, από τους Ηλία Παρασκευόπουλο και Ταμίλα Κουλίεβα) ούτε τόσο αναπτυγμένη είναι, ούτε αρκετά σαφής, ούτε καν τόσο ενδιαφέρουσα όσο η «κύρια πλοκή», των μουσικών και της μουσικής τους…

Ο χώρος που περισσεύει για την ίδια την παράσταση, του Λευτέρη Γιοβανίδη, είναι μοιραία λίγος∙ κι αυτό είναι ασφαλώς αδικία… Γιατί ειδικά αυτό το έργο μπορώ να το φανταστώ ανεβασμένο αλλιώς κι αλλιώτικα, χωρίς το πηγαίο χιούμορ, τον ρυθμό και την ανάλαφρη σπιρτάδα στη διδασκαλία και στην ερμηνεία των ηθοποιών. Πρόκειται για μια σπουδαία απόδοση που φανερώνει πως πριν από όλα ο «Σούμαν» κέρδισε τους ίδιους τους συντελεστές του.

Συναρπαστικός ο Ρόμπερτ Σούμαν του Λευτέρη Βασιλάκη, δίπλα στην εξαιρετικής πλαστικότητας Κλάρα της Ελεάνας Καυκαλά. Σε συμπληρωματικούς (και καθόλου «δεύτερους») ρόλους οι Κώστας Τριανταφυλλόπουλος (τι ωραία που παρουσιάζει τον Φρίντιχ Βικ!), Δήμητρα Μητροπούλου, Εύη Δόβελου, Φώτης Λαζάρου και Δημήτρης Γεωργιάδης.

Μια τόσο καλή παράσταση, σε ένα νέο έργο, νέας συγγραφέα. Αξίζει να στραφούμε σε αυτήν για αυτόν τον μήνα. Και για τους επόμενους.