Με ρωτάνε πολλοί φίλοι κι αναγνώστες, μέρες που είναι, τι θα γίνει στην Ελλάδα και τον κόσμο τώρα που στην Ευρωπαϊκή Ενωση άρχισε και επισήμως η… εκκ-ένωση, με το Brexit και τη γενικότερη ενίσχυση της ευρωσκεπτικιστικής Ακροδεξιάς σε μια σειρά από χώρες-κλειδιά, και κυρίως τώρα που το τιμόνι των ΗΠΑ αναλαμβάνει ένας παντελώς απρόβλεπτος, φασίζων προβοκάτορας, ο Ντόναλντ ο Τρομερός.
Τους απαντώ, συνήθως με ειλικρινή αυτοσαρκασμό: η κρυστάλλινη σφαίρα όπου βλέπω το μέλλον έχει χαλάσει καιρό τώρα, το μυαλό μου έχει πήξει σαν γιαούρτι από την πολλή πληροφορία και τις αντιφατικές ερμηνείες, και το μόνο που μπορώ να πω με σιγουριά είναι το σωκρατικό «εν οίδα, ότι ουδέν οίδα» – κοινώς, ότι δεν ξέρω την τύφλα μου.
Ενας μύωψ δημοσιογραφάκος είμαι άλλωστε, δέσμιος, όπως όλοι μας, της καθημερινής ροής ειδήσεων και της κακώς εννοούμενης «επικαιρότητας»: πόσω μάλλον που, όταν ξεκίνησα αυτή τη δουλειά, πριν από ένα τέταρτο του αιώνα, η ενημέρωσή μας γινόταν από τα τέλεξ των πρακτορείων και μερικές ξενόγλωσσες εφημερίδες, που έφταναν στα γραφεία μας με καθυστέρηση πολλών ωρών.
Αλλά και όταν ξεκίνησε η εποχή του ίντερνετ, γύρω στο 1994-95, οι σοβαρές πηγές ήταν ακόμη μετρημένες στα δάχτυλα και το πράγμα κάπως παλευόταν. Ενώ τώρα, στην εποχή του ασταμάτητου καταιγισμού, με τα αμέτρητα sites και blogs, τι να πρωτοδιαβάσεις, ποιον να πιστέψεις και ποιον να απορρίψεις, τι διασταύρωση, τι ανάλυση και τι σύνθεση να κάνεις;
Πληρώνομαι, υποτίθεται, για να διαβάζω ανάμεσα από τις γραμμές, να ψάχνω για λογαριασμό σας τις απόκρυφες αλήθειες, που οι άλλοι, οι διαπλεκόμενοι και υποτελείς, σας κρύβουν: αλλά τι συμπεράσματα να βγάλεις, έστω και βραχυπρόθεσμα, όταν όλοι οι χρυσοπληρωμένοι «ειδικοί» πολιτικοί και οικονομικοί αναλυτές, και φυσικά οι δημοκόποι-δημοσκόποι, που εμείς οι δημοσιογράφοι κατά παράδοση κρεμόμαστε απ’ τα λόγια τους, αποδεικνύονται εξίσου άσχετοι με μας;
Σαν τον τυφλό Μινώταυρο στις γκραβούρες του Πικάσο, λοιπόν, έτσι κι εγώ σκουντουφλώ από ντουβάρι σε ντουβάρι, αλυσοδεμένος σε δύο οθόνες κι ένα πληκτρολόγιο – ανήμπορος, στην πραγματικότητα, να δω πέρα απ’ τη μύτη μου, πέρα από τις ιδεοληψίες, τα πολυκαιρισμένα «φίλτρα» και τα παγιωμένα στερεότυπά μου…
Αναγκαστικά, για να μη λαλήσω τελείως, καταφεύγω πάλι στους ήρωες της νιότης μου, σαν τον αγαπημένο Αλμπέρ Καμί, τον συγγραφέα του «Ξένου», του «Μύθου του Σίσυφου» και της «Πανούκλας», που σκοτώθηκε σαν προχτές σε τροχαίο δυστύχημα το 1960.
Πέτυχα, που λέτε, αναδημοσιευμένο στον «Ημεροδρόμο» ένα εκπληκτικά επίκαιρο, λογοκριμένο για δεκαετίες άρθρο του για τη δημοσιογραφία, που το έγραψε το 1939, όντας τότε αρχισυντάκτης σε μια γαλλο-αλγερινή εφημερίδα, και δημοσιεύτηκε τελικά στη Monde μόλις το 2012:
«Το ερώτημα δεν είναι πλέον σήμερα πώς μπορεί να διαφυλαχθούν οι ελευθερίες του Τύπου. Είναι πώς, απέναντι στην καταστολή αυτών των ελευθεριών, μπορεί να παραμείνει ελεύθερος ένας δημοσιογράφος. Τα μέσα είναι τέσσερα: διαύγεια, άρνηση, ειρωνεία και επιμονή. Απέναντι στο διογκούμενο κύμα ανοησίας, είναι επίσης απαραίτητο να αντιτάξουμε κάποιες αρνήσεις. Ολοι οι περιορισμοί του κόσμου δεν μπορούν να κάνουν ένα καθαρό πνεύμα να γίνει ανέντιμο».
Και συνεχίζει: «Με τις λιγοστές γνώσεις που διαθέτουμε για τον μηχανισμό της πληροφόρησης, είναι εύκολο να διασφαλίσουμε την αυθεντικότητα μιας είδησης. Ενας ελεύθερος δημοσιογράφος, το 1939, πρέπει να αφιερώσει σε αυτό όλη την προσοχή του. Διότι, αν δεν μπορεί να πει όλα όσα πιστεύει, μπορεί να μην πει αυτό που δεν πιστεύει ή που θεωρεί αναληθές.
»Μια ελεύθερη εφημερίδα κρίνεται εξίσου από αυτά που λέει και από αυτά που δεν λέει. Αυτή η αρνητική ελευθερία είναι, μακράν, η πιο σημαντική όλων. Διότι προετοιμάζει την έλευση της αληθινής ελευθερίας.
»Κατά συνέπεια, μια ανεξάρτητη εφημερίδα παραθέτει την πηγή των πληροφοριών της, βοηθά το κοινό να τις αξιολογήσει, απορρίπτει την προπαγάνδα, απαλείφει τα υβρεολόγια, πραΰνει με σχόλια την ομογενοποίηση των πληροφοριών και, με δυο λόγια, υπηρετεί την αλήθεια στο ανθρώπινο μέτρο των δυνάμεών της. (…) Ενας ελεύθερος δημοσιογράφος, το 1939, δεν συντηρεί πολλές ψευδαισθήσεις για την ευφυΐα αυτών που τον καταπιέζουν. Είναι απαισιόδοξος όσον αφορά τον άνθρωπο.
Μια αλήθεια που διατυπώνεται σε δογματικό τόνο εννέα φορές στις δέκα λογοκρίνεται. Η ίδια αλήθεια ειπωμένη ευχάριστα δεν λογοκρίνεται παρά πέντε φορές στις δέκα. Ενας ελεύθερος δημοσιογράφος λοιπόν, το 1939, είναι απαραίτητα ειρωνικός, αν και συχνά παρά τη θέλησή του. Η αλήθεια και η ελευθερία είναι απαιτητικές μετρέσες, έχουν λίγους εραστές»…
Παίρνω από σήμερα λίγες μέρες άδεια: ευκαιρία να σβήσω τις οθόνες του μυαλού μου, να πάρω έστω και προσωρινά τα βουνά και να ξαναδιαβάσω τον «Επαναστατημένο άνθρωπο» του μακαρίτη Αλμπέρ. Πού ξέρεις, ίσως έτσι ξαναβρώ λίγη από τη χαμένη έπαρσή μου, ώστε άμα τη επιστροφή μου να σας ξαναβομβαρδίσω με τις μισομασημένες και κακοχωνεμένες, έστω, αλήθειες μου.
