Θεοφάνια του 1977, απογευματινές ώρες, στα Ισθμια. Μια επίλεκτη ομάδα ανδρών του Λιμενικού Σώματος μαζί με βατραχανθρώπους του Πολεμικού Ναυτικού κάνουν «έφοδο» σε ύποπτο μικρό φορτηγό πλοίο (μότορσιπ) και ανακαλύπτουν ένα τεράστιο φορτίο χασίς.
Την επόμενη μέρα αρχίζουν να φτάνουν στις εφημερίδες οι πρώτες πληροφορίες και στις 8 Ιανουαρίου κυκλοφορούν με πρωτοσέλιδη είδηση την κατάσχεση περίπου 11 τόνων χασίς.
Ηταν η μεγαλύτερη ποσότητα που είχε κατασχεθεί, μέχρι τότε, σε παγκόσμιο επίπεδο.
Γι’ αυτό η υπόθεση προκαλεί μεγάλη αίσθηση όχι μόνο εντός συνόρων αλλά και στο εξωτερικό.
Ολος αυτός ο σάλος δεν θα μπορούσε να μη δώσει ερέθισμα σε έναν από τους μεγαλύτερους Ελληνες δημιουργούς, τον Βασίλη Τσιτσάνη, του οποίου τα περισσότερα τραγούδια προέρχονταν μέσα από τη ζωή.
Ετσι, ξεκινάει να γράφει ένα τραγούδι.
«Ηταν Σάββατο», είχε πει ο ίδιος. «Πιάνω από δω, πιάνω από κει… Δεν μου άρεσε το τέμπο. Μετά έγραψα τη δεύτερη στροφή πίσω από ένα αγγελτήριο γάμου. Μετά μου ήρθαν στον νου οι μουσικές που γύρευα και όλα πήγαν ρολόι».
Μέσα στον Γενάρη ο Βασίλης Τσιτσάνης ηχογραφούσε «Το βαπόρι απ’ την Περσία», με τη Λιζέτα Νικολάου στα δεύτερα φωνητικά και το τραγούδι κυκλοφόρησε τον Απρίλη του 1977 σε δίσκο 45 στροφών (σινγκλ).
Ηταν μία ακόμα μεγάλη επιτυχία του Τσιτσάνη και μέχρι σήμερα αποτελεί μέρος του ρεπερτορίου στα λαϊκά μαγαζιά.
Το πλοίο, βέβαια, ποιητική αδεία ήταν από την… Περσία.
Στην πραγματικότητα είχε φορτώσει το παράνομο φορτίο του στη Βηρυτό του Λιβάνου, είχε κυπριακή σημαία και ονομαζόταν «Γκλόρια».
Οι λιμενικές αρχές είχαν, από καιρό, πληροφορίες για τη διέλευση του παράνομου φορτίου. «Ηταν προμελετημένη…», λέει το τραγούδι.
Ο «κάπτεν Νικ», ο Ελληνας πλοίαρχος του «Γκλόρια», που ονομαζόταν Νίκος Π. Ξανθόπουλος, σε μεταγενέστερη συνέντευξή του στον υπογράφοντα είχε πει ότι η συγκεκριμένη ποσότητα χασίς ήταν μια από τις 2-3 μεγάλες που είχε παραδώσει στις διεθνείς διωκτικές αρχές. (Πηγή: εφημερίδα «Εθνος» φ. 21 Ιουλίου 1995)
Ο ίδιος, που ήταν τότε 70 χρόνων, είχε πει ότι παρέδωσε τα ναρκωτικά «όλα ελεγχόμενα από την κυπριακή αστυνομία και την DEA (την αμερικανική υπηρεσία δίωξης ναρκωτικών)», βοηθώντας στη σύλληψη «των μεγάλων κεφαλών, που είναι ασύλληπτοι, και όχι των μικρών των 2-3 γραμμαρίων, οι οποίοι πιάνονται συνήθως».
«Δεν χάρισα ποτέ ναρκωτικά σε κανέναν. Παρέδιδα τα φορτία για να σωθούν τα παιδιά του κόσμου. Ημουν 30 χρόνια στον αντιναρκωτικό αγώνα», είχε πει ο ίδιος, που πέθανε, λίγο αργότερα, μέσα στις φυλακές Κορυδαλλού, όπου κρατούνταν για άλλη υπόθεση, την οποία χαρακτήριζε σκευωρία Γάλλου αστυνομικού.
Αλλες πηγές αναφέρουν ότι η πληροφορία είχε φτάσει, από τις αρχές Νοέμβρη του 1976, στο Λιμενικό και άλλες πως έφτασε παραμονή Χριστουγέννων της ίδιας χρονιάς.
Ο ίδιος ο «κάπτεν Νικ» φέρεται να είπε, αργότερα, ότι ενώ βρισκόταν με το καράβι στη Λάρνακα τον πλησίασε ένας ναυτικός πράκτορας και του πρότεινε μια «μεγάλη» δουλειά – ένα φορτίο από τη Βηρυτό με προορισμό το Ρότερνταμ.
Ο «κάπτεν Νικ» δέχτηκε και τράβηξε με το πλοίο του για Βηρυτό, στο λιμάνι Τζουνίχ.
Εκεί συνάντησε δύο Λιβανέζους εμπόρους και συμφώνησαν για τη μεταφορά του εμπορεύματος, που ήταν 300 σακιά χασίς, 40 κιλά το καθένα.
Ωστόσο, παραμένει αδιευκρίνιστο, καθώς τα στοιχεία που έχουν δημοσιευτεί αλληλοσυγκρούονται, εάν οι αρχές γνώριζαν το ακριβές δρομολόγιο του πλοίου ή όχι.
Οπως προκύπτει, πάντως, από ρεπορτάζ εφημερίδων της εποχής («Ελευθεροτυπία» 8/1/1977 και «Μακεδονία» 8/1/1977), οι αρχές περίμεναν το πλοίο τη Δευτέρα 3 ή την Τρίτη 4 Ιανουαρίου.
Ομως, αυτό δεν εμφανιζόταν και φαίνεται ότι έγιναν ορισμένοι έλεγχοι σε διερχόμενα μότορσιπ.
Στην πραγματικότητα το υποσυντήρητο μότορσιπ καθώς συνάντησε μεγάλη κακοκαιρία αναγκάστηκε να μειώσει ταχύτητα και άλλαξε πορεία.
Ετσι, αντί να κατευθυνθεί 10 μίλια νότια της Πύλου, όπως προέβλεπε το αρχικό σχέδιο, κατέπλευσε, το απόγευμα της Πέμπτης 6 Ιανουαρίου 1977, στα Ισθμια και ζήτησε να επιβιβαστεί πλοηγός για να περάσει τη διώρυγα της Κορίνθου.
«Η θαλασσοταραχή με εμπόδισε να περάσω από την επικίνδυνη περιοχή βόρεια της Κρήτης ή νότια των Κυθήρων και αναγκάστηκα αφού δεν είχα και να ποδίσω πουθενά να περάσω από τον Ισθμό», είχε δηλώσει στους δημοσιογράφους ο Νίκος Π. Ξανθόπουλος. (εφ. «Μακεδονία» 12.1.1977)
Ο λιμενάρχης Ισθμίων, σύμφωνα με τις οδηγίες που είχε, επιβιβάστηκε στο πλοίο και έκανε έναν τυπικό έλεγχο περιμένοντας να καταφτάσουν οι επίλεκτες δυνάμεις του Λιμενικού.
Οι ένοπλοι λιμενικοί ανέβηκαν στο πλοίο, που εμφανιζόταν να μεταφέρει κεντήματα.
Ομως, όπως έγραφε παραστατικά η δημοσιογραφική πένα, «οι λιμενικοί όρμησαν στα κεντήματα, μα ήταν τόσο έντονη μυρωδιά που ο γράφων όταν μύρισε ένα έπαθε έντονη ζάλη, πέταξαν ένα γαλάζιο δέμα κάτω και αμέσως, τινάχθηκαν οι όμορφα τυλιγμένες πλάκες». (εφημερίδα «Μακεδονία» 8.1.1977)
Ο καπετάν Νίκος Ξανθόπουλος, ένας άνθρωπος που, όπως φαίνεται, έζησε στο όριο μεταξύ νομιμότητας και παρανομίας, και άλλοι δύο Ελληνες ναυτικοί δεν έφεραν καμία αντίσταση.
Αντίθετα, δύο Τούρκοι, τα «μεμέτια» που αναφέρονται στο τραγούδι και εμφανίζονταν ως μέλη του πληρώματος αλλά στην πραγματικότητα ήταν συνοδοί του φορτίου, κλείστηκαν στις καμπίνες τους.
Οι λιμενικοί έριξαν εκφοβιστικές ριπές με αυτόματο και «ένας βατραχάνθρωπος από το φινιστρίνι της μιας καμπίνας, που το έσπασε από την πλευρά της θάλασσας, ήταν έτοιμος να ρίξη μέσα δακρυγόνο βόμβα. Αλλά οι Τούρκοι δεν είχαν διάθεση αντιστάσεως» και παραδόθηκαν. (Πηγή: εφ. «Μακεδονία» 8.1.1977, σε ρεπορτάζ Γιάννη Α. Καραμήτσου)
Αργότερα, μεταφέρθηκε στο Λιμεναρχείο το χασίς που μετέφερε το πλοίο και ζύγιζε 10.775 κιλά, ενώ σε ξενοδοχείο του Νέου Φαλήρου συνελήφθη ένας Λιβανέζος, ο οποίος εμφανιζόταν ως ναυτικός πράκτορας και όπως διαπιστώθηκε ήταν ο φορτωτής.
Στις 31 Μαρτίου 1977 έγινε η δίκη στο Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου.
Στους τρεις Ελληνες δεν απαγγέλθηκαν κατηγορίες και εξετάστηκαν ως μάρτυρες.
Αντίθετα, καταδικάστηκαν σε 18 χρόνια κάθειρξη ο Λιβανέζος φορτωτής και σε κάθειρξη 14 ετών ο καθένας οι δύο Τούρκοι. Ολοι είχαν αρνηθεί τις κατηγορίες.
Πάντως, θα πρέπει να σημειωθεί ότι από τις πρώτες ημέρες είχε τεθεί ένα καίριο δημοσιογραφικό ερώτημα (εφημερίδα «Τα Νέα» 10 Ιανουαρίου 1977, σε ρεπορτάζ Γιώργου Κόμη) για το ποιοι θα έπαιρναν την αμοιβή από το προβλεπόμενο -τότε- από τον νόμο ποσό, που αντιστοιχούσε στο 5% της αξίας του κατασχεθέντος φορτίου.
Αλλες εφημερίδες υπολόγιζαν την αμοιβή σε 15 εκατομμύρια δραχμές και άλλες την ανέβαζαν σε 40 εκατομμύρια δραχμές.
Τελικά, φαίνεται ότι το υπουργείο Οικονομικών όρισε ως αμοιβή για τη μεγάλη επιτυχία τα 7.800.000 δραχμές.
Εμπνευση για τον Τσιτσάνη
Το τραγούδι «Το βαπόρι απ’ την Περσία» έγινε μεγάλη επιτυχία και τραγουδιέται μέχρι σήμερα, αλλά τα πρώτα χρόνια της κυκλοφορίας του συνάντησε μεγάλα εμπόδια.
Το κρατικό ραδιόφωνο, το μόνο που λειτουργούσε νόμιμα εκείνα τα χρόνια, λόγω του θέματός του το είχε εντάξει στα «απαγορευμένα» και δεν μεταδιδόταν.
Αργότερα, λίγο μετά τον θάνατο του Βασίλη Τσιτσάνη επανήλθε στην επικαιρότητα όταν ο τότε αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Σπύρος Κανίνιας, το άκουσε σε μια εκπομπή της ΕΡΤ στις 26 Δεκεμβρίου 1983.
Λίγες μέρες αργότερα, στις 2 Φεβρουαρίου 1984, ο αντεισαγγελέας με έγγραφό του στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών ζήτησε να γίνουν όλες οι «νόμιμες ενέργειες», θεωρώντας ότι το τραγούδι… ωθεί την προώθηση των ναρκωτικών.
Η υπόθεση ανατέθηκε στον εισαγγελέα Πρωτοδικών, Δημήτριο Μαλακάση.
Ο τελευταίος υπέβαλε το πόρισμά του στις 26 Ιουλίου 1984 στον εισαγγελέα Εφετών της Αθήνας και ανέφερε ότι έθεσε τη δικογραφία στο αρχείο.
Η αιτιολογία ήταν ότι το τραγούδι «δεν μπορεί να ωθήσει στη χρήση και διάδοση των ναρκωτικών»… (Πηγή: mixanitouxronou.com.cy)
Η τελευταία μεγάλη επιτυχία του αξέχαστου Βασίλη Τσιτσάνη έχει τους εξής στίχους (μουσική/ στίχοι: Βασίλη Τσιτσάνη):
