Οπως το φως που αγαπούσε παθιασμένα και έσβηνε το δειλινό, έσβησε στις 24 Οκτωβρίου, στη Γερμανία, ο σημαντικότερος ίσως ποιητής της ελληνικής διασποράς, ο Γιώργος Παπούλιας (1935-2016) από τα Βάτικα Λακωνίας. Εφυγε με τη νοσταλγία της αγαπημένης του γης, που ποτέ δεν χόρτασε την ομορφιά και τη ζεστασιά της.
Κατέβαινε τα καλοκαίρια στα Βάτικα και γυρνούσε κάθε γωνιά της περιοχής, συλλέγοντας χαμένες μνήμες, να κλείσει πληγές. Στην παραλία της αγαπημένης του Νεάπολης «σωσίβια του Νότου πόλη», την αποκαλούσε, μεθούσε με το φως, το πέλαγος και στον Κάβο Μαλιά ψηλάφιζε το τραγικό και το αβέβαιο.
Ποιητής της μετανάστευσης -έζησε πολλά χρόνια στη Γερμανία εργαζόμενος ως διπλωματικός ακόλουθος-, με έντονο λυρισμό, κοινωνικό και υπαρξιακό βάθος, ύμνησε τη γυναίκα ως θεμέλιο της ζωής, εραστής της ουτοπίας και της ηθικής αντίστασης στην κατάπτωση των αξιών.
Για το ασταθές έγραφε: «Πάνω μου ποντάρισαν/πόρνες ανέραστες τα χρέη τους/παρθένες το υψηλό τους κόστος», ή αλλού ενάντια στον εργαλειακό ορθολογισμό αποφαίνεται, «αλίμονο, αλίμονο αν η Φαντασία δεν είχε Ορατότητα».
Στην Ελλάδα η αναγνώρισή του «σκόνταψε» στα κυκλώματα. Αντίθετα, στη Γερμανία ο Δήμος Νυρεμβέργης τον τίμησε παρουσιάζοντάς τον στο γερμανικό κοινό με μεταφράσεις ποιημάτων του. Το 1989 εξέδωσε την ποιητική συλλογή «Στη Νυρεμβέργη ακόμη βρέχει». H εν λόγω συλλογή παρουσιάστηκε από καλλιτέχνες της Οπερας της Νυρεμβέργης, τον Οκτώβριο του 1989, μελοποιημένη από τον διάσημο τενόρο Ζάχο Τερζάκη.
Ο γερμανικός Τύπος τον αποκάλεσε «Ορφέα των ανεκπλήρωτων ονείρων». Το 1994 ο γνωστός εκδοτικός οίκος «Αrs Vivendi» συμπεριέλαβε το ποίημά του «Ω» σε μία ποιητική ανθολογία ανάμεσα στα έργα κορυφαίων ποιητών, όπως ο Γκαίτε, ο Χέλντερλιν, ο Μπρεχτ, ο Αντερσεν, ο Τόμας Μαν κ.λπ. Στην Ελλάδα τιμήθηκε από το Ινστιτούτο Γκαίτε στην Αθήνα το 1997 και από τον Δήμο Γλυφάδας.
Ο Παπούλιας εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές «Απολογία στ’ άστρα», «Λάμπα θυέλλης», «Μονομαχία με τη σιωπή», «Ενα καλοκαίρι γιομάτο ειδήσεις», «Ελεγός και πυρόλιθος», «Στη Νυρεμβέργη ακόμη βρέχει», «Οι πέντε υπηκοότητες ενός υπνοβάτη», «Λακωνική σονάτα», «Ευγενική μου Ιουλιέτα», «Η ομορφιά της γης – αρχίζει απ’ τη γυναίκα» και μία φιλοσοφική νουβέλα «Ο φίλος από το Χαμαντάν». Σε ένα ποίημά του για το πεπρωμένο και την επιλογή του ποιητή σημειώνει:
Δεν θα την ήθελα ποτέ/τη μοίρα του Ezra Pound/κι αν είναι να μου ‘ρθει συμφορά/μη φτάσει Θεέ μου ποτέ από δυο μπάντες/κι αν είναι να με βρει το κακό/στίχους σε Ψυχιατρείο να στεγάσω/ας είναι να το προαισθανθώ/έγκαιρα τις αποσκευές μου να ετοιμάσω/όχι όμως ν’ αγαπήσω και δικτάτορα
Θάφτηκε στη γενέτειρά του, στο Λάχι Βατίκων, με το επίγραμμα που είχε παραγγείλει: «Ερωτας είναι και ο θάνατος/Οταν έρχεται την κατάλληλη στιγμή/για να προλάβει την επερχόμενη ασχήμια».
