Πριν καν συμπληρώσει τα 30 της χρόνια η χορεύτρια Νατάλια Οσίποβα έχει βρει τον τρόπο να πείσει το κοινό σε όλο τον κόσμο ότι δεν είναι μία ακόμα κορυφαία Ρωσίδα μπαλαρίνα, αλλά ένα κορίτσι με τη στόφα της μεγάλης σταρ.
Δεν της λείπουν η ρωσική ψυχή και η παιδεία που την ανέδειξαν σε αστέρι του κλασικού χορού ούτε η τόλμη να δοκιμαστεί στα ευρωπαϊκά «τερέν» και να καθιερωθεί στους κόλπους του Royal Ballet της Βρετανίας, ούτε η ψυχραιμία να κλείνει τα αυτιά της σε όσους την αποκαλούν διάδοχο της θρυλικής Σιλβί Γκιλέμ, αλλά ούτε και η τόλμη να παραδεχτεί δημοσίως πως ζει έναν θυελλώδη έρωτα (πάνω και κάτω από τη σκηνή) με το κακό παιδί του μπαλέτου, Σεργκέι Πολούνιν.
Το διασημότερο ζευγάρι του χορού έρχεται στην Ελλάδα ύστερα από μια θριαμβευτική πρεμιέρα στον ναό του σύγχρονου χορού (το λονδρέζικο Sadler’s Wells), για την οποία η εφημερίδα Γκάρντιαν έγραψε:
«Το χρυσό ζευγάρι του μπαλέτου μετακινείται στον σύγχρονο χορό με μια παγκόσμια πρεμιέρα που απλά δεν χορταίνεις». Παρουσιάζουν στο «Παλλάς» (1 έως 3 Δεκεμβρίου) χορογραφίες των Σίντι Λάρμπι Τσερκάουι («Qutb»), Ράσελ Μάλιφαντ («Silent Echo») και Αρτουρ Πίτα («Run Mary Run»).
«Ηθελα πολύ να κάνω αυτή την παράσταση που θα δείτε. Αποτελείται από τρεις εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους χορογραφίες που υπογράφουν τρεις εξαιρετικά ταλαντούχοι χορογράφοι, χωρίς να έχουν συνεννοηθεί. Ηθελα τόσο να δουλέψω και με τους τρεις. Το επιδίωξα και το κατάφερα. Η όλη εμπειρία με ανανέωσε ως χορεύτρια, μου έδωσε την ευκαιρία να δω τα όριά μου και ίσως να τα ξεπεράσω», μας λέει η Οσίποβα μιλώντας για την αναμέτρησή της με τις χορογραφίες των τριών σημαντικών δημιουργών.
Η Νατάλια Οσίποβα γεννήθηκε στη Μόσχα το 1986 και η πορεία της μοιάζει με όλων εκείνων των κοριτσιών που βγήκαν από τους κόλπους των ρωσικών χορευτικών οργανισμών, καθώς στην ηλικία των 8 άρχισε μαθήματα μπαλέτου και το 2004 αποφοίτησε από την Ακαδημία του Μπαλέτου Μπολσόι και ξεκίνησε αμέσως να διεκδικεί μεγάλους ρόλους.
Πριν φτάσουμε να την αποθεώνουμε στις σύγχρονες χορογραφίες υπήρξε μία από τις κορυφαίες Ζιζέλ και Οντέτ -της Λίμνης των Κύκνων- που είδαμε τα τελευταία χρόνια. «Δεν μπορώ να υποτιμήσω κανέναν ρόλο που ερμήνευσα στη μέχρι τώρα πορεία μου. Ο κάθε χορογράφος προβάλλει τη δική του δημιουργική πρόκληση.
»Βέβαια στην καριέρα μας είναι αλήθεια ότι υπάρχουν ένας-δυο ρόλοι με τους οποίους θα σε ταυτίσουν. Ο ρόλος αυτός για μένα μάλλον είναι η Ζιζέλ», τονίζει.
Είναι άραγε αποτέλεσμα πολύ μεγάλων θυσιών όλη αυτή η πορεία; «Οχι, παρ’ όλο που έχω περάσει όλη μου τη ζωή σε αίθουσες προβών και θέατρα, δεν μπορώ να μιλήσω για θυσία όταν αναφέρομαι σε κάτι που αγαπώ τόσο πολύ.
»Ο χορός είναι η ζωή μου. Δεν ένιωσα ποτέ ότι θυσιάζω κάτι. Ασχολούμαι με κάτι που αγαπώ αληθινά. Αυτό που σίγουρα συμβαίνει είναι απλώς ότι η δουλειά μας εμπεριέχει πολλές μικρές καθημερινές θυσίες, που αφορούν την αφοσίωση και τη σκληρή δουλειά».
• Συχνά σας συγκρίνουν με τη Σιλβί Γκιλέμ, αλλά είναι αυτή η αγαπημένη σας χορεύτρια;
Είναι τιμή να ακούω τέτοια λόγια. Είναι αληθινά υπέροχη η Σιλβί Γκιλέμ. Εχω πει πως είναι το είδωλό μου και το επαναλαμβάνω με όλη μου τη δύναμη: «Είναι το είδωλό μου!».
Ο σύγχρονος χορός τής χρωστά πολλά: τον νέο αέρα που έφερε στον χορό, το ότι πρώτη αποφάσισε να περπατήσει σε καινούργιους δρόμους. Αυτό δεν σημαίνει ότι ξεχνάω τα ιερά τέρατα της Ρωσίας, όπως η Μάγια Πλιτσέσκαγια, ο Βλαντίμιρ Βασίλιεφ, o Μιχαήλ Μπαρίσνικοφ, η Ιρίνα Μαξίμοβα.
• Σε ένα τόσο επώδυνο επάγγελμα τι είναι σημαντικότερο, η σωματική δύναμη των νιάτων ή η εμπειρία που αποκτάς μεγαλώνοντας;
Εγώ πάντως δεν θα έλεγα ότι είναι επώδυνο το επάγγελμα της μπαλαρίνας, αλλά ότι είναι μια τέχνη που χρειάζεται σκληρή δουλειά με το σώμα. Ομως ανεξάρτητα με τη φύση του επαγγέλματος οι περισσότεροι άνθρωποι δεν πρέπει να εργαστούν σκληρά για να πετύχουν;
• Πώς ήταν η μετάβαση από τη Ζιζέλ στις σύγχρονες χορογραφίες;
Δύσκολη και εύκολη συνάμα. Είναι αλήθεια πως μια κλασική μπαλαρίνα εκπαιδεύεται μ’ έναν τελείως διαφορετικό τρόπο, ενώ ο σύγχρονος χορός έχει μια άλλη σωματική γλώσσα.
Προσωπικά από μικρή στη σχολή είχα επαφή με τον σύγχρονο χορό και λάτρευα την ελευθερία έκφρασης που σου προσφέρει. Δεν είναι ότι δεν αγαπώ πια το κλασικό ρεπερτόριο. Απλώς μου αρέσει να δοκιμάζω καινούργια πράγματα. Είναι σαν να με τραβούν από το μανίκι οι καλλιτεχνικές αναζητήσεις και οι διαφορετικές προκλήσεις.
• Ποια είναι η μεγαλύτερη δυσκολία όταν χορεύεις μαζί με τον σύντροφό σου;
Υπάρχουν οι δυσκολίες που θα είχες με έναν οποιονδήποτε χορευτή, ο οποίος τρελαίνεται να κυνηγά το τέλειο. Γίνονται τσακωμοί στις πρόβες, αλλά όταν «πατάμε» στη χορογραφία όπως ακριβώς θέλουμε και ονειρευόμαστε, όλα -ως διά μαγείας- περνούν.
Αγαπάμε και οι δύο πολύ τον χορό και ο Σεργκέι είναι εξαιρετικά ταλαντούχος.
• Και την προσωπική σας ζωή πώς καταφέρνετε να την αφήνετε εκτός σκηνής;
Ποιος είπε ότι την αφήνουμε; Είναι μαγικό το να χορεύεις με τον αγαπημένο σου, δεν συμφωνείτε; Ο Σεργκέι είναι εξαιρετικός σύντροφος, ταλαντούχος και ευαίσθητος, κι αυτό είναι κάτι που δεν θέλω να το ξεχνάω όταν χορεύω.
Για μένα δεν είναι το κακό παιδί του χορού. Χαίρομαι πολύ που εκτός από τη σκηνή μοιραζόμαστε και τη ζωή μας. Αυτό μού αρκεί.
• Μη μου πείτε ότι δεν υπάρχει ανταγωνισμός μεταξύ σας.
Φυσικά και υπάρχει και για να τον διαχειριστούμε περνάμε διάφορους δημιουργικούς τσακωμούς στις πρόβες. Σας πληροφορώ, όταν τους ξεπερνάμε φτάνουμε στο καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα.
• Πρόσφατα κυκλοφόρησε ένα βιβλίο με τίτλο «Bolshoi Confidential» στο οποίο αναφέρονται δεκάδες σκάνδαλα του οργανισμού στο πέρασμα των δεκαετιών. Η δική σας εμπειρία από τα Μπολσόι είχε μόνον ευχάριστες στιγμές;
Ο κάθε μεγάλος οργανισμός έχει τη δική του ιστορία και είναι λογικό αυτή να μην είναι ποτέ σαν μια ευθεία γραμμή. Σε όλα τα πράγματα υπάρχουν θετικά κι αρνητικά.
Ας κρατήσουμε από τα Μπολσόι τις μεγάλες στιγμές που μας προσέφεραν και συνεχίζουν να μας χαρίζουν. Εγώ όντως θυμάμαι μόνο θετικά πράγματα, τόσο από το θέατρο όσο κι από την Ακαδημία του στην οποία σπούδασα.
Η ρωσική καλλιτεχνική παιδεία είναι απαράμιλλη, γι’ αυτό και έχει προσφέρει τόσο σπουδαία πράγματα στην τέχνη ανά τους αιώνες. Αγαπώ πολύ το Λονδίνο και τις ευκαιρίες που μου έχει δώσει, αλλά είμαι η χορεύτρια που είμαι σήμερα επειδή εκπαιδεύτηκα στην Ακαδημία των Μπολσόι.
Ο Τζέιμς Ντιν του χορού
Λίγες μέρες μετά την έξοδο στις αθηναϊκές αίθουσες του ντοκιμαντέρ «Ο Χορευτής» που σκηνοθέτησε ο Στίβεν Κάντορ για να περιγράψει τη ζωή ενός από τα μεγαλύτερα ταλέντα του σύγχρονου χορού, ο Σεργκέι Πολούνιν καταφτάνει στην Αθήνα για να ερμηνεύσει τρία εξαιρετικά ντουέτα με τη σύντροφό του.
Στα 27 του χρόνια ο Ουκρανός χορευτής θεωρείται διάδοχος των Νουρέγεφ και Μπαρίσνικοφ, αν και η ροκ πλευρά του τού έχει χαρίσει πολλούς ακόμα ευφάνταστους χαρακτηρισμούς. Γεμάτος τατουάζ, σέξι, νευρώδης, εκρηκτικός, θαυμαστής του Μίκι Ρουρκ κι αφόρητα επαναστάτης για τα στενά μπαλετικά πλαίσια, ο «Τζέιμς Ντιν του χορού» είναι ένας χορευτής με ασύλληπτα προσόντα αλλά χαρακτήρα που για κάποιους τον οδηγεί στην αυτοκαταστροφή.
Σε μια τέτοια στιγμή έκρηξης και παρόρμησης πήρε πριν από μερικά χρόνια την απόφαση να τινάξει στον αέρα μια καριέρα που έμοιαζε στρωμένη και να αποχωρήσει από το Royal Ballet (στο οποίο είχε γίνει το 2010 ο νεότερος ιστορικά πρώτος χορευτής).
Αλλά αυτό το ταλαντούχο πλάσμα δεν φοβάται τις δοκιμασίες, τις σκληρές αποφάσεις, ούτε καν τη σκοτεινή πλευρά του. Πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια στην Ουκρανία κι έχει αγωνιστεί πολύ για να καθιερωθεί.
Μπορεί να εγκατέλειψε το Λονδίνο εξαντλημένος από ανούσιες πρόβες και δυσαρεστημένος από τις χαμηλές αμοιβές, ωστόσο όχι μόνο δεν πήγε χαμένος αλλά επανέκαμψε και μεσουρανεί.
Βοήθησε σ’ αυτό και ο διεθνούς φήμης φωτογράφος Ντέιβιντ Λα Σαπέλ που του πρότεινε να γυρίσουν το περίφημο πια βίντεο με μουσική υπόκρουση το «Take Me to Church» του Hozier, το οποίο γονάτισε το YouTube κι έκανε εκατομμύρια θεατές να υποκλιθούν στα απίστευτα χαρίσματα του χορευτή.
«Natalia Osipova – Sergei Polunin & Guests». Συμμετέχουν επίσης οι χορευτές Τζέισον Κιτελμπέργκερ και Τζέιμς Ο’ Χάρα. Θέατρο «Παλλάς», 1-3 Δεκεμβρίου. Βουκουρεστίου 5, τηλ.: 2103213100. Τιμές εισιτηρίων: 30€-95€.
