Ι. Ν. Μαρκόπουλος*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Θα ήθελα κατ’ αρχάς να διορθώσω μια αβλεψία στο προηγούμενο κείμενό μου («Εφ.Συν.», 1.12.2016), όπου στο απόσπασμα από το άρθρο του Δουζίνα («Εφ.Συν.», 9/11/2016), λανθασμένα έγραψα: «[…] μια γενική πολιτική θεωρία για το πώς (πρέπει να) λειτουργεί η δημοκρατική λειτουργία», αντί του σωστού « […] για το πώς (πρέπει να) λειτουργεί η δημοκρατική κοινωνία».

Αν και η αβλεψία δεν είναι ουσιαστικής φύσεως, η διόρθωση του λάθους ικανοποιεί την ανάγκη για μια πιστή και άρα δίκαιη κειμενική απόδοση. Κατ’ αυτόν άλλωστε τον τρόπο εισερχόμαστε και στο ζήτημα του σημερινού μου άρθρου, που σχετίζεται με τη θεώρηση της πολιτικής υπό το φως της ηθικής και της δικαιοσύνης, όπως θα έπρεπε να επιδιώκεται από αριστερές κυρίως κυβερνήσεις. Υπό την έννοια αυτή, η εδραίωση μιας δημοκρατικής κοινωνίας απαιτεί το δύσκολο έργο μιας φιλοσοφικής θεώρησης της πολιτικής πράξης και επιστήμης.

Είναι ενδιαφέρον, και διόλου άσχετο, να τονιστεί εδώ η επίθεση που δέχτηκε ο Πάπας Φραγκίσκος από πολλούς Ρεπουμπλικάνους, κατά την επίσκεψή του τον Σεπτέμβριο του 2015 στις ΗΠΑ, επειδή συχνά αναφερόταν, όπως το πράττει άλλωστε και ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος, στους τεράστιους κινδύνους της κλιματικής αλλαγής, λόγω της ανεξέλεγκτης τεχνολογικής ανάπτυξης.

Η κύρια επίθεση των Ρεπουμπλικάνων εστιαζόταν στην απαίτηση να πάψει η Εκκλησία να ασχολείται με επιστημονικά ζητήματα και να περιοριστεί στα ζητήματα της ηθικής (προφανώς εννοούσαν μάλλον του ηθικισμού). Κατ’ αυτούς, επιστήμη και ηθική είναι δύο πλήρως διακριτές έννοιες.

Σε ένα τόσο ευαίσθητο λοιπόν ζήτημα, ζωτικής σημασίας για τις ανθρώπινες κοινωνίες και τον πλανήτη –ιδιαίτερα μάλιστα με τα καταστροφικά αποτελέσματα που ήδη βιώνουμε λόγω της ραγδαίας και αγοραίας ανάπτυξης της τεχνοεπιστήμης– το μεγαλύτερο κομμάτι της ανθρωπότητας πεισματικά αρνείται να δει τις συσχετίσεις τεχνοεπιστήμης και ηθικής και να αναγνωρίσει τη ζωτική τους σπουδαιότητα για το μέλλον των ανθρώπινων κοινωνιών (και εδώ υπολογίστε και ένα μεγάλο κομμάτι της παγκόσμιας ακαδημαϊκής κοινότητας).

Στο πολύ πιο δυσδιάκριτο και πολύπλοκα διαρθρωμένο, αβέβαιο και πρόσκαιρο, εν πολλοίς, πολιτικό σκηνικό, πόσο εύκολα άραγε θα ανέμενε κανείς, στο σύνολο της παγκόσμιας πολιτικής σκηνής, να βρει πολιτικούς που –χωρίς να έχουν αμετάκλητα διαβρωθεί από τις μάχες και τις ίντριγκες της πολιτικής τους αναρρίχησης και από την εξουσιομανία– θα μπορούσαν, ευρισκόμενοι μέσα στην ενεργό πολιτική μάχη, να αναγνωρίσουν τη σημασία της ηθικής και της δικαιοσύνης για μια ορθή πολιτική πράξη, μια δίκαιη και ολοκληρωμένη πολιτική επιστήμη και μια δημοκρατική, στην ουσία της, κοινωνία;

Η ερώτηση είναι μάλλον ρητορική, μια που η εικόνα μας για τα πολιτικά πράγματα δεν αφήνει περιθώρια για αυταπάτες.

Σε αντίθεση με τον Ιμάνουελ Καντ (1724-1804) και τον Τζον Ρολς (1921-2002), o νεο-αριστοτελικός καθηγητής της Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Χάρβαρντ Μάικελ Σάντελ δεν επιδιώκει –στο πλαίσιο μιας φιλελεύθερης κριτικής πολιτικής φιλοσοφίας, με σωστά κατανοημένη και κατοχυρωμένη την ανθρώπινη ελευθερία– την απεμπλοκή της πολιτικής και του δικαίου από τους σκοπούς, τις κοινωνικο-ιδεολογικές μας προσδέσεις και τις ηθικές θεωρήσεις.

Υποστηρίζει επομένως τις δυσκολονόητες, στην ατομικιστική και αγοραία μας εποχή, τελεολογικές θέσεις ότι η πολιτική θα πρέπει να αποσκοπεί επίσης στην καλλιέργεια της αρετής των πολιτών, και ότι το αγαθό προηγείται του ορθού και του δικαίου (Michael J. Sandel, «Δικαιοσύνη. Τι είναι το σωστό;», 2η έκδοση, μτφρ. Αλέξανδρος Κιουπκιολής, εκδ. ΠΟΛΙΣ, Αθήνα 2011).

Κατά τον Σάντελ η δικαιοσύνη δεν σημαίνει απλώς τη μεγιστοποίηση της ωφέλειας (θεωρία του ωφελιμισμού), ούτε τον σεβασμό της ελευθερίας της επιλογής –στο νεοφιλελεύθερο πλαίσιο της ελεύθερης αγοράς ή στο ρολσιανό εξισωτικό πλαίσιο των υποθετικών επιλογών– αλλά προϋποθέτει κυρίως «την καλλιέργεια της αρετής και τη διαβούλευση γύρω από το κοινό αγαθό».

Ετσι, κατά τον φιλόσοφο του Χάρβαρντ, το συνεχώς αυξανόμενο χάσμα μεταξύ φτωχών και πλουσίων δεν πρέπει να μας προβληματίζει (ανάλογα με τις πολιτικές μας πεποιθήσεις) από ωφελιμιστική ή από βουλησιοκρατική κυρίως σκοπιά, αλλά πρέπει να μας ανησυχεί γιατί «υποσκάπτει την αλληλεγγύη που απαιτεί η δημοκρατική ιδιότητα του πολίτη» και ακυρώνει μια δίκαιη πολιτική της «ηθικής μέριμνας» και του «κοινού αγαθού».

Θα κλείσω με μια συντομότατη αναφορά στον Ανταμ Σμιθ (1723-1790), του οποίου η ηθική φιλοσοφία είναι επίσης αρετολογική και αριστοτελική, και ο οποίος επίσης τοποθετεί τις αρετές και τη δικαιοσύνη στο επίκεντρο της ηθικής και πολιτικής του σκέψης, παρόλο που σε αντίθεση με τον Αριστοτέλη (384-322) και τον Σάντελ δεν θεωρεί ότι το κράτος (πόλη-κράτος για τον Αριστοτέλη) θα πρέπει να μεριμνά για την καλλιέργεια των αρετών.

Η ηθική και πολιτική του φιλοσοφία, όπως και η μεταξύ τους σχέση, τυχαίνουν πολλαπλές αναγνώσεις και αμφιλεγόμενες ερμηνείες. Ιδιαίτερα οι νεοφιλελεύθεροι προσεταιρίζονται τη φιλοσοφία του, και ως άλλοθι, για να δικαιολογήσουν τις αγοραίες και καταστροφικές τους επιδιώξεις, δίχως να προβληματίζονται ιδιαίτερα για μια σωστή κριτική της προσέγγιση και κατανόηση.

* καθηγητής Φιλοσοφίας της Τεχνοεπιστήμης στο Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών του ΠΤΔΕ του ΑΠΘ