Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Εντρυφώ στους ιδιωματισμούς του νησιού μας, της Κω, για το ποιος είναι «κοφτοδεμμένος» (πολύξερος) και ποιος «κόφτει» (φεύγει γρήγορα) και είναι «κοψιμιός» (δραπέτης).

Οσο για τον «αγουροκόφτη» ή «αγουροφά», πρόκειται για το ζωύφιο που τρώει άγουρους καρπούς και τους καταστρέφει επιβιώνοντας σε υγρά εδάφη γεμάτα κοπριά. Σε «αντιπερισπασμό» καταφεύγω στον ποιητή ή τον «μεγάλο διανοούμενο» όπως αποκαλείται στις μέρες μας:

Μας ερήμωσε η ζωή

κι οι αττικοί ουρανοί

κι οι διανοούμενοι που σκαρφαλώνουν

στο ίδιο τους κεφάλι

Δεν είναι η πρώτη φορά που ενδιατρίβω στην έννοια της «κριτικής», όποιες κι αν είναι οι υπερβολές στη σύλληψή της («της αλήθειας ως παρρησίας», «νέες ιδεολογικές και υπαρξιακές αναζητήσεις», «να ανοίξει προοπτικές και δρόμους» για τη «διαχείριση των αδιεξόδων του καιρού μας»).

Ρωτούσα τον «παππού» (βλ. το βιβλίο μου: Ο Μarx στον καθρέφτη, 2014:80) αν ασκείται χωρίς «αντικείμενο» οποιαδήποτε «κριτική». Μου απάντησε: Προφανώς όταν το «εκθέτεις» πράττεις το εξής: «στη θετική κατανόηση του υπάρχοντος ταυτόχρονα» εμπεριέχεται η «κατανόηση της άρνησής του».

Και ως προς τον «Διαφωτισμό»; Με μια λέξη «διαφωτιστής» είναι εκείνος που ανάγει την ιστορία σε «έκτη αίσθηση» του όντος, χωρίς ωστόσο να απαρνείται την αξιακή «κανονιστικότητα» που την ξεπερνά. Πρόκειται λοιπόν για τον «οντολόγο της ιστορίας».

Γι’ αυτόν που δεν παρασύρεται από την αφελή προσκόλληση στη ροή του γίγνεσθαι, χωρίς όμως να υποκύπτει άνευ όρων στις προδιαγραφές τού οντολογικώς σκέπτεσθαι. Ετσι, χωρίς να είναι αιθεροβάμων, ενεργεί ως «χειρουργός» της ιστορικής μεταβολής, με νυστέρι την ιδέα μιας κοινωνίας που θα άρει τον ταξικό και ετερόνομο χαρακτήρα της.

Συνεχίζοντας θα διόρθωνα τον επιθετικό προσδιορισμό «κριτική» σε «ιστορικοκριτική». Γιατί ακριβώς έτσι κινούμαστε στο πλαίσιο της οντολογίας της ιστορίας. Πρόκειται σαφώς για μεθοδολογική και ερμηνευτική στάση που δεν αποσυνδέει ιστορικότητα και κανονι(στι)κότητα.

Και για τούτο αποφεύγει το αναγκαίο τίμημα τέτοιων απομονωτικών πρακτικών. Δηλαδή, τόσο τον σχετικισμό των προσπελάσεων της ιστορίας όσο και τη μεταφυσική της. Ειδικότερα, καθιστά αναγνωρίσιμα τα ιστορικά όρια των προθέσεων «αντικειμενικότητας» των εκπροσώπων ενός κοινωνικού σχηματισμού και συνάμα σε αποπαγιδεύει από τη γοητεία του σχετικισμού, σύμφωνα με τον οποίο «όλοι το ίδιο κάνουν».

Περισσότερο από κάθε άλλη φορά τώρα, στο «κοσμοθέατρο» στο οποίο μετέχουμε, το «κρίνω» σημαίνει «συγκρίνω». Αρχίζοντας μάλιστα από τους τρόπους με βάση τους οποίους τίθενται οι «ερωτήσεις» και οδηγούμενοι στις «απαντήσεις» που παίρνουμε.

Ο δημόσιος έλεγχος δεν αφορά μόνο τη μορφή, αλλά πρωτίστως το περιεχόμενο των ειδών κατανόησης και υπέρβασης της πραγματικότητας, όποια κι αν εμφανίζονται σήμερα ως όριά της. Μια τέτοια διττή πρακτική χειραφέτησης δεν έχει γραμμική σχέση με την ηλικία. Και για τούτο δεν μπορεί να εκτιμηθεί ως έξοδος από την «ανηλικότητα» του όντος για την οποία το ίδιο είναι υπεύθυνο.

Αυτού του είδους η στάση, όπως έχει οριοθετηθεί εδώ και διακόσια τριάντα χρόνια, προστατεύει και από τον φολκλορισμό των μεθοδεύσεων του «πολιτικώς ορθού». Από ό,τι κατά τις τελευταίες δεκαετίες έχει εισαχθεί ως «απορρυθμιστική» δικλίδα στην κοινωνική κριτική. Σε κάθε περίπτωση, ο τρόπος οικείωσης των πραγμάτων τελεσφορεί, ας το επαναλάβω, στον βαθμό που διενεργείται κριτικά και ιστορικά.

Πότε επιτέλους καταφτάνει το «τέλος της ιστορίας»; Αυτή η οπτασία αποτελεί την «ουτοπία» των εξουσιαστών, με πεδίο όμως ανάλωσης τη ζωή των εξουσιαζόμενων. Τόσο που να αναγκάζονται και οι τελευταίοι να πιστεύουν ότι είναι προτιμότερο να χαθούν όλα, οι ίδιοι κι εκείνοι μαζί.

Στην πρώτη περίπτωση είναι ο φόβος της αλλαγής που στοιχειώνει το πρόσωπο της ιστορίας και στη δεύτερη ο φόβος ότι τίποτα δεν θα αλλάξει.

Και στις δύο διαχέεται η φαντασμαγορία του εφιάλτη της ιστορίας, με διαφορετικό όμως πρόσημο ως προς τους αποδέκτες της. Αν και οι εξουσιαζόμενοι προτιμούν να αντικρίζουν τον «άγγελο της ιστορίας».

Αυτόν, δηλαδή, που συγκεντρώνει στα μάτια του την πικρία της ιστορίας τους και συνάμα ευαγγελίζεται τη δικαίωσή τους. Οσο δεν έχουμε στο τσεπάκι μας ή στο κινητό μας την ιστορία, τόσο αυτή μας στέλνει «μηνύματα», για τα σημερινά και όχι για τα «έσχατα». Τέλος, λοιπόν, με τα παιχνίδια για το «τέλος» της!

* oμότιμος καθηγητής κοινωνικής και πολιτικής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων