Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Δεν αποκλείεται να ’χετε ακούσει κι εσείς τη φωνή της, ιδίως όσοι καλείτε στην εφημερίδα από αργά το απόγευμα ίσαμε τις πρώτες πρωινές ώρες. Πάντα με το χαμόγελο· ναι, ορισμένες φωνές έχουν το προνόμιο να γελούν. Διαρκώς με το ακουστικό στο χέρι, απαντά στις κλήσεις σας με βελουδένια ευγένεια και σας συνδέει με τον συντάκτη που ζητήσατε ή σας πληροφορεί πως «βρίσκεται σε σύσκεψη», όταν εκείνος δεν επιθυμεί ή δεν προλαβαίνει να μιλήσει.

Η Δήμητρα. Θαύμαζα προ μηνών τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισε κάποιον ιδιόρρυθμο ζοχαδιακό που διαμαρτυρόταν σε έντονο ύφος επειδή «τολμήσαμε να βγάλουμε ένθετο για τον Κοκό». -«Είστε απαράδεκτοι» ούρλιαζε. -«Το διαβάσατε;» τον ρωτούσε με αφοπλιστική αβρότητα. -«Οχι βέβαια. Και ούτε πρόκειται. Πρέπει να ντρέπεστε» αποκρινόταν έξαλλος. -«Πώς μπορείτε να το κρίνετε χωρίς να ξέρετε τι γράφει;» του αντιγύριζε μειλίχια.

Με τα πολλά τον έπεισε τουλάχιστον να το ξεφυλλίσει κι έτσι γλιτώσαμε. Δεν ξαναπήρε. Τη γνώρισα περί τα τέλη του ’90, μόλις έπιασε δουλειά στο τηλεφωνικό κέντρο της «Ελευθεροτυπίας». Τη φωνή της μόνο, όχι την εικόνα της. Προφανώς για λόγους οικονομίας, η διεύθυνση είχε μπλοκάρει το «μηδέν» στις προσωπικές συσκευές των ρεπόρτερ. Δεν μπορούσαμε να καλέσουμε απευθείας κινητά και υπεραστικά. Πληκτρολογούσαμε το «191» και οι κοπέλες του κέντρου μάς έδιναν τη γραμμή.

Ημιτελής η μεταξύ μας σχέση. Δεν φαντάζεστε πόσα τηλεφωνήματα χρειάζεται να κάνει ένας δημοσιογράφος προτού παραδώσει το «κομμάτι» του. Αν μια μέρα σταματούσαν, ως διά μαγείας, οι τηλεπικοινωνίες, την επαύριο δεν θα κυκλοφορούσε καμία εφημερίδα. Κάθε τρεις και λίγο, λοιπόν, οι δείκτες μας σχημάτιζαν το «191». Απίκο στην άλλη άκρη του σύρματος η Κάτια, η Αγάθη, η Γεωργία, οι δύο Μαρίες και, ασφαλώς ο Λυκούργος, μοναχοκάναρος της παρέας και τώρα πρόεδρος της καρδιάς μας.

Το κουβούκλιο των τηλεφωνητών στεγαζόταν στον πρώτο όροφο του κτιρίου κι η «Κυριακάτικη», που με ανεχόταν, στον τρίτο. Μιλούσαμε ώρες ατελείωτες στο τηλέφωνο δίχως να ’χει δει ο ένας τη φάτσα του άλλου. Οικείες οι φωνές, άγνωστα τα πρόσωπα. Στενός ο δεσμός, σαν την οδοντόκρεμα. Η πρώτη μας επαφή το πρωί και η τελευταία το βράδυ. Απορώ ακόμα πώς κατόρθωναν να κολαντρίζουν τους εξακόσιους και βάλε εργαζόμενους στη Μίνωος.

Ροδάνι οι γλώσσες, εξομολογούνταν συχνά ώς και τα μυστικά μας. Πολλά τέρμινα μετά την άφιξή της στην εφημερίδα περίμενα στην ουρά του κυλικείου για καφέ. Τον παράγγειλα με την τραχιά, μπάσα χροιά μου και τότε ακούω μια έκπληκτη φωνή πίσω μου: -«Ο Δημήτρης…». -«Η Δήμητρα…» αποκρίθηκα χωρίς χρονοτριβή. Ετσι πρωτοειδωθήκαμε.

Από τότε την αποκαλώ συνωμάκι, κατά το κρητικό ιδίωμα. Εδώ στην «Εφ.Συν.» είναι πιο στενόχωρα. Φάτσα στην είσοδο, το γραφείο των τηλεφωνητών. Καθημερινή η τριβή μας. Με τη Φάλια, τον Λυκούργο ή τη Δημητρούλα ανταλλάσσουμε την πρώτη ζεστή «καλησπέρα» και την τελευταία ανακουφιστική «καληνύχτα». Χθες είχε γενέθλια. Εκλεισε τα πρώτα της -άντα. Από αύριο μας φεύγει με παρατεταμένη άδεια. Της ευχόμαστε ολόψυχα χρόνια καλά και άφθονα και να επιστρέψει ανανεωμένη, να ομορφαίνει με το φωτεινό της χαμόγελο τις μέρες μας, σωστότερα τις δύσκολες βραδιές μας.