Μια πόλη απρόσωπη φτιαγμένη από προσωπικές ιστορίες. Ιδιωτικές στιγμές, βιώματα και μνήμες. Πολύχρωμο ψηφιδωτό όπου η ζωή μας φωτίζεται από τον λόγο των άλλων: των ανθρώπων της τέχνης και της γραφής. Συναντήσεις περισσότερο παρά συνεντεύξεις, σε μια συνειδητή προσπάθεια να πάμε πάλι με τον μύθο.
Για την Ελένη Κοκκίδου δεν ισχύει ο σεφερικός στίχος «τα σπίτια που είχα μου τα πήραν».
Το δικό της δόθηκε αντιπαροχή, γι’ αυτό και διάλεξε να φωτογραφηθεί στο διπλανό, όπου έμεναν οι φίλες της, η Κλυτία και η Ιωάννα.
Επαιζε τσιγκάκια με τα κορίτσια, μπάσκετ και ποδόσφαιρο με τα αγόρια, στη θέση του τερματοφύλακα.
Στον πίνακα της παιδικής της ηλικίας θα βάλουμε τον κήπο με την μπανανιά, τις τριανταφυλλιές, τα γιασεμιά, τις λεμονιές, τις γάτες με τα μοβ ανθάκια που τους κολλούσαν στο κεφάλι και τα σκυλιά που τάιζε.
Σαν τον «Κήπο των Φίντσι Κοντίνι» ή τον μυστικό κήπο της «Eroica» χωρίς το δράμα τους.
Η Ελένη κάνει άλματα από το παρόν στο παρελθόν, μιλώντας για τον παππού της, τον πρώτο που άνοιξε στεγνοκαθαριστήριο στην Αθήνα, στον Μεσοπόλεμο. Πατησίων 5, στην Ομόνοια, δίπλα στην Εθνική.
Οι εργαζόμενες παίρνανε τα ρούχα, τα πλένανε στην πηγή της Καλλιρρόης, στον Ιλισό, τα σιδερώνανε, και το ίδιο απόγευμα τα παρέδιδαν στους πελάτες «του κουτιού».
Σε κουτί της δίνω κι εγώ αυτή τη συνέντευξη, με περιτύλιγμα και κορδέλα, και με τις ευχές μου για τα γενέθλιά της που συμπίπτουν με την πρώτη μέρα του χρόνου.
● Zεις στο ίδιο σημείο από τη μέρα που γεννήθηκες μέχρι σήμερα. Δεν κόπηκε η συνέχεια.
Οχι, γι’ αυτό μου είχε πει ένας φίλος «δεν μπορεί κανείς να καταλάβει την ηλικία σου· πότε είσαι 13 και πότε 70».
Εμπεριέχω όλες τις ηλικίες μου και ειδικά την παιδική, κολλημένες πάνω μου.
Κάποια εποχή είχα τον τρόμο ότι φεύγοντας οι άνθρωποι της παιδικής μου ηλικίας θα τελειώσει ο κόσμος.
● Ξέρεις όμως ότι συνεχίζεται μέσα από σένα.
Τώρα πια ξέρω. Δεν τρομάζω. Περιμένω το τέλος της μητέρας μου και της αδελφής της, διότι η μία είναι 90 ετών και η άλλη 92, και ξέρω ότι αυτό θα συμβεί, κι εγώ παίρνω τη σκυτάλη να είμαι η μητέρα άλλων παιδιών.
● Με ποια έννοια;
Με την έννοια μιας ηθικής, η οποία υπήρχε και δεν υπάρχει πια.
● Ποιος είναι ο πρώτος σου ρόλος στο θέατρο; Η πρώτη σου αίσθηση όπου βρίσκεσαι στη σκηνή και κάτω ο κόσμος.
Οταν ήμουν στην Α’ και τη Β’ Δημοτικού, μ’ έπαιρνε η δασκάλα και μ’ έβαζε απέναντι στα παιδιά και τους έδειχνα το τραγούδι.
Εκείνα επαναλάμβαναν ό,τι έκανα. Είχα πολύ δυνατή αντίληψη της μουσικής και κατά κάποιον τρόπο είχα από τότε κοινό.
Η πρώτη φορά που έπαιξα σε παράσταση ήταν στη Δ’ Γυμνασίου, όταν ανεβάσαμε «Τα παντρολογήματα» του Μπόγρη.
Ενιωθα άνεση στη σκηνή και μια συνεννόηση με τον κόσμο από κάτω. Δεν αγχώθηκα, δεν δείλιασα.
Αρχισα να αγχώνομαι όταν ξεκίνησα να σπουδάζω υποκριτική. Πέρασα την περιπέτεια που περνάνε όλοι οι ηθοποιοί.
Αλλά πάντα με την αθωότητα της πρώτης φοράς.
● Πότε δήλωσες στον εαυτό σου ότι είσαι ηθοποιός;
Πολύ αργά. Αφότου βγήκα στο θέατρο.
● Την πρώτη σου επαγγελματική παράσταση τη θυμάσαι;
Ηταν στον Χορό των «Βακχών» όπου βαρούσα το τύμπανο.
● Ποιος σκηνοθετούσε;
Ο Γιώργος Σεβαστίκογλου. Η μουσική ήταν του Κουρουπού.
● Τον Σεβαστίκογλου πώς τον έβλεπες τότε;
Ητανε μύθος. Σεμνός και γνώστης, από τους ανθρώπους που καταλαβαίνεις ότι γνωρίζουν και αφήνεσαι στα χέρια τους.
● Και βγαίνεις Επίδαυρο. Σε πιάνει δέος όταν είσαι στην ορχήστρα και βλέπεις τον κόσμο στις κερκίδες;
Δεν ξέρω αν θα το έλεγα δέος. Βγαίνοντας με τον Χορό είσαι προστατευμένος.
Υπήρχε χαρά μεγάλη γιατί ήμουν μαζί με άλλους και υπήρχε και το θράσος της άγνοιας.
Ο επόμενος ρόλος μου όμως, η Σόνια στον «Θείο Βάνια», ήταν και η πρώτη μου επαγγελματική έκθεση.
● Πώς την αντιμετώπισες;
Είχα τρομερή δύναμη μέσα μου και ενέργεια και δυναμική και ήμουν επηρεασμένη από τον Ντοστογιέφσκι που διάβαζα τότε.
Και πιστεύω πως δεν νοείται ηθοποιός αν δεν έχει διαβάσει Ντοστογιέφσκι.
● Αντιλαμβανόσουν την τέχνη σαν περιπέτεια;
Ούτως ή άλλως. Αλλά μιλάω κυρίως για μια ενέργεια που την έχεις μέσα σου, την ενέργεια της νεότητας, αλλά μιας νεότητας που έχει φτιαχτεί από λογοτεχνία και σινεμά.
● Από το θέατρο;
Δεν πηγαίναμε συχνά στο θέατρο με την οικογένειά μου. Θαύμαζα όμως τη Νίκη Τριανταφυλλίδη και τη Λαμπέτη, που ήταν γνωστή της μητέρας μου.
Πέρα από αυτές, θυμάμαι τη Μαίρη Αρώνη και τη Βάσω Μανωλίδου στη «Βασίλισσα Ελισάβετ».
Στα δεκαπέντε μου, μας πήγαν στο Θέατρο Τέχνης και είδα τον «Υπηρέτη δύο αφεντάδων» με τον Γιώργο Αρμένη και την Ολια Λαζαρίδου.
Με είχε εντυπωσιάσει πάρα πολύ η φινέτσα της, ο τρόπος που έπαιζε, τα πάντα.
Ηταν πιο κοντά ηλικιακά σε μένα κι έβγαινε με νεανική ορμή στη σκηνή. Με είχε συνεπάρει και ήθελα, σ’ αυτή την ηλικία, να γίνω σαν κι αυτήν.
Και για κάποια χρόνια στη σχολή είχα την εικόνα της και σκεφτόμουνα «έτσι παίζονται αυτοί οι ρόλοι».
● Υπάρχει κάποιος ρόλος στο ρεπερτόριό σου που σε έστειλε στα δικά σου βάθη;
«Η γυναίκα της Πάτρας».
● Τι δικό σου βρήκες εκεί; Εχει μια λαϊκότητα που εσύ δεν την έχεις, λόγω καταγωγής.
Ναι, αλλά η λαϊκότητα δεν έχει σχέση με το βαθύ αίσθημα των ανθρώπων, το οποίο παραμένει ίδιο.
Κι εμένα, η εσωτερική μου ζωή, μέχρι μια ηλικία, ήταν επώδυνη. Δεν έζησα εύκολα μέσα μου.
Νομίζω ότι αυτό με συνέδεσε με τη «Γυναίκα της Πάτρας», γιατί η Πανωραία ήταν μια γυναίκα με ταλέντα, προτερήματα, βαθύ συναίσθημα, αγάπη, και προσπάθησε να επιβιώσει στη ζωή μόνη της, χωρίς βοήθεια.
● Ηταν μια γυναίκα που προκαλούσε τη ζωή. Λες κι έπιανε τα γυμνά καλώδια με τα χέρια της. Δεν την ένοιαζε να τιναχτεί, να καεί.
Υποθέτω ότι στη νεότητά της για να επιβιώσει θα ήταν πιο σκληρή, θα προστάτευε τον εαυτό της από τους κινδύνους.
Αργότερα όμως, βγάζει αυτό ακριβώς που λες. Δεν το ’χε σε τίποτα να πιάσει το γυμνό καλώδιο.
Εγώ είχα πάντα μια τάση ν’ αγγίζω τα όρια και οτιδήποτε είχε σχέση με το έντονο αίσθημα το τράβαγα στην άκρη.
● Η καρδιά σου ήταν ευάλωτη στο ερέθισμα του έρωτα;
Ναι, βέβαια. Αλλά πάντα υπήρχε μια προστασία, η οποία τελικά δεν με άφησε να παρασυρθώ.
● Δεν υπήρξες αυτοκαταστροφική.
Ποτέ σε ό,τι έχει σχέση με ουσίες και εξαρτήσεις. Αυτοκαταστροφική είμαι γιατί δεν έμαθα να φροντίζω το σώμα μου.
Πολλές φορές, μετά από χωρισμούς, με εκδικιόμουνα χτυπώντας το σώμα μου.
● Εκεί συναντούσες τη «Γυναίκα της Πάτρας»;
Στον παιδεμό αυτής της γυναίκας, που ήταν ταυτόχρονα και πουλάκι και τίγρης.
Αισθάνομαι οικειότητα και με τα δυο της χαρακτηριστικά. Με παραπέμπουν στα δικά μου ακραία όρια.
● Υπάρχει απάντηση στην ερώτηση «γιατί παίζεις;»
Τώρα πια μπορώ να απαντήσω. Στην αρχή, και για πολλά χρόνια, δεν μπορούσα.
Τώρα θα σου πω πως η σκηνή με οριοθετεί, με βάζει σε τάξη και μου περιγράφει τη ζωή.
Τη βάζει σε συγκεκριμένο χωροχρόνο, σε μια δομή η οποία με ηρεμεί, γιατί η προσωπική μου ζωή μου ήταν τρικυμιώδης και χωρίς περιγράμματα.
● Εχει έρθει ένα αίσθημα γαλήνης πια;
Μετά τα 50 μου, ένιωσα ότι η ζωή μου μπήκε σε μια ρότα κι αυτό με ξεκουράζει από το βάσανο της ζωής.
Συνειδητοποιώ πια ότι στη σκηνή έχω τη δυνατότητα να αρθρώσω τον δικό μου λόγο. Σαν ύπαρξη.
Μου δίνεται ένα βήμα για να πω ότι αυτή είναι η παρουσία μου στη ζωή.
● Πώς περνάει στο θέατρο;
Οταν ο θεατής αντιδρά έντονα σ’ αυτό που του λέω, τότε καταλαβαίνω ότι του δίνω. Και μου δίνει.
Υπάρχει ένα πάρε- δώσε. Αρα η ανάγκη είναι να το πω.
● Μπορείς να μου πεις τι σε καθορίζει πλέον; Τι είναι αυτό που προσδιορίζει τη σχέση σου με τον κόσμο, τον εαυτό σου, την τέχνη σου, τον τρόπο σου να υπάρχεις;
Ανοίγει ο ψυχικός χώρος και δεν μπαίνω στη διαδικασία να αποδείξω τίποτα.
Φεύγω από το σαράκι της ενοχής. Ολα αυτά όμως με πολλή δουλειά, γιατί τίποτα δεν είναι αυτονόητο.
Κι επίσης έχω απαλλαγεί από την αγωνία της βαθμολόγησης.
● Σε ένοιαζε πώς σε αξιολογούν;
Ολοι, από τη μητέρα μου μέχρι τον περιπτερά μου.
● Αρα η απάντηση είναι να αποδεχτείς τον εαυτό σου για να σε αποδεχτούν και οι άλλοι;
Ναι, γιατί κουράζεσαι πια να πολεμάς τον εαυτό σου. Και τότε γίνονται πιο ήρεμα τα νερά. Και επέρχεται η συμφιλίωση.
Οσο μεγαλώνω είμαι πιο ανοιχτή στους ανθρώπους.
Ο καθένας έχει τον χρόνο του, τη στιγμή του, τον δρόμο που ακολουθεί και που είναι διαφορετικός από τον δικό μου.
Εχω φύγει από την κόλαση της επίδοσης.
● Γιατί την ονομάζεις «κόλαση»;
Η επίδοση είναι κάτι εφιαλτικό, που το μαθαίνεις από το σπίτι σου, ότι πρέπει να είσαι ο πρώτος και ο καλύτερος.
Και προσπαθείς να αποδείξεις στη Μιχαλού, που η Μιχαλού είναι οι γονείς σου πάντα.
Με έπιασα να ζω τα περισσότερα χρόνια μου προσπαθώντας να αποδείξω στον πατέρα και τη μητέρα μου ότι δεν είμαι αυτή μου νομίζουν.
Είμαι μια ηθοποιός που ζει αντισυμβατικά, ζει απλά, χωρίς να με ενδιαφέρουν τα αστικά περιγράμματα.
● Δεν παίζεις μόνο, αλλά τραγουδάς κιόλας. Εχεις δημιουργήσει ένα κοινό που σε ακολουθεί στις μουσικές σου παραστάσεις. Ποια ανάγκη σου καλύπτει το τραγούδι;
Είναι καθαρά θέμα ψυχής γιατί η ίδια η μουσική μου το επιβάλλει αυτό.
Η μουσική χτυπάει κατευθείαν στην καρδιά. Και ειδικά το τραγούδι που έχει λόγο.
● Οταν τραγουδάς υποδύεσαι ή είσαι;
Υποδύομαι, αν ήμουν, θα ήμουν τραγουδίστρια. Γίνομαι κάτι, αλλά αυτό το κάτι δεν είμαι εγώ, είναι ρόλος.
● Τι βρίσκεις τραγουδώντας;
Δίνομαι πολύ, μου γυρίζει πίσω χαρά. Γεμίζω τον ψυχικό χώρο.
Μου είχε πει κάποτε γιατρός «εσάς σας έσωσε το τραγούδι».
Γιατί αυτό που βγάζεις όταν τραγουδάς, και το ακούς να γυρίζει πίσω, είναι θεραπευτικό.
● Εχεις μια μόνιμη έγνοια να φτάνεις πάντα στον τόπο της καταγωγής σου, τους Αραχαμίτες της Αρκαδίας.
Από εκεί είναι η μητέρα της μητέρας μου, η γιαγιά μου η Μαρία.
Η προγιαγιά μου λεγόταν Ελένη και ήταν η μαμή του χωριού, σοφή γυναίκα. Είχαν όλες τους ευαίσθητη και δυνατή ψυχή.
● Αυτά είναι τα συστατικά σου;
Ακριβώς. Κι έχω ανάγκη να κρατώ τη σκυτάλη για να υπάρχει συνέχεια. Παίρνω δύναμη από την καταγωγή μου.
Τα παραδείγματα δύναμης είναι πολύ σημαντικά για μένα.
Κάποια στιγμή τα βρήκα κι εγώ, αλλά πέρασα χρόνια ως παιδί, έφηβη, μέχρι και μετά τα σαράντα που τα έψαχνα.
Μέχρι τότε δεν είχα καλή σχέση με τη ζωή. Ηταν πάντα «μείον» το πρόσημο. Το πρώτο «συν» το βρήκα στους Αραχαμίτες.
● Μ’ αυτό προχωράς στο μέλλον;
Μόνο που δεν έχω παιδιά για να το παραδώσω. Εχω όμως τους νεότερους φίλους μου και τα ανίψια μου.
Τη νέα γενιά και τους ρόλους μου.
● Σε μια ανάγκη απαντάς κάνοντας τέχνη;
Τη διαπιστώνω εκ των υστέρων. Κατ’ αρχήν να επιβιώσω ψυχικά και υπαρξιακά.
Κατά δεύτερον να βάλω σε δρόμο ένα φορτίο ενέργειας που έχω μέσα μου.
Δεν θα μπορούσα να το επεξεργαστώ σε χαμηλότερη θερμοκρασία. Χρειάζεται υψηλές θερμοκρασίες για να εκτονωθεί.
● Μου έχεις πει πως όταν βρίσκεις τα δέντρα και τους καρπούς, τη θάλασσα και τον ήλιο, δεν σκέφτεσαι καθόλου το θέατρο, αλλά παραδίνεσαι στη φύση και στη ζωή.
Την έχω ανάγκη τη φύση. Είναι το βασικό θετικό πρόσημο της ζωής. Σβήνεις μέσα της γιατί στη φύση…
● Βρίσκεις τα μέτρα σου;
Οι αναλογίες είναι συντριπτικές, οπότε δεν σε απασχολεί ο εαυτός σου. Είναι τόσο κυρίαρχη γύρω σου που τον ξεχνάς.
● Γίνεσαι ταπεινή;
Αν δεν είσαι, δεν μπορείς να είσαι καλός στη δουλειά αυτή. Ταπεινότητα όχι με την έννοια της χριστιανικής ηθικής.
Αλλά να μη δίνεις μεγάλη σημασία στον εαυτό σου. Να τον σβήνεις για να γεννηθούν πράγματα.
Αν σε απασχολεί ο εαυτός σου, δεν μπορείς να γεννήσεις.
● Αυτό είναι το μάθημα της φύσης;
Η φύση είναι κατακλυσμιαία. Σηκώνεις ψηλά τα χέρια. Και αφήνεσαι, παραδίνεσαι όπως στον έρωτα.
Σε όλες τις μεγάλες στιγμές παραδίνεσαι. Και στον θάνατο και στον έρωτα και στη γέννα…
● Τέσσερα χρόνια, παίζοντας τον ρόλο της Βούλας στην τηλεόραση, ανοίγεσαι στο ευρύ κοινό, αυξάνοντας την αναγνωρισιμότητά σου.
Η αναγνωρισιμότητα δεν έρχεται από μόνη της. Μπορεί να σε αναγνωρίζουν ακόμη κι αν ληστέψεις μια τράπεζα.
Κι εγώ κι ο Αντώνης είμαστε αναγνωρίσιμοι στις ζωές των ανθρώπων από τους χαρακτήρες που φτιάχνουμε.
Ολοι οι Ελληνες έχουν μια Βούλα στο σπίτι τους. Αυτό τους δημιουργεί μεγάλη οικειότητα και θέλουν να με αγκαλιάζουν.
● Τι αγκαλιάζουν στη Βούλα;
Την παιδικότητά της. Το πρότυπό μου είναι η Μικρή Λουλού που τη διάβαζα στη Διάπλαση των Παίδων και αργότερα η Μαφάλντα.
Το σκανδαλιάρικο παιδί είναι ένα χαρακτηριστικό που δεν φεύγει από μέσα μου. Τους θυμίζω την παιδική τους ηλικία.
● Εχεις διανύσει μια πορεία θεατρική και τη διανύεις ακόμα, όπου έχεις συνεργαστεί με γνωστούς σκηνοθέτες: Παπαβασιλείου, Μοσχόπουλο, Βογιατζή, Μαστοράκη, Καλαβριανό, Κιτσοπούλου, τώρα με τη Φριντζήλα. Ξεχωρίζεις κάποιες συνεργασίες;
Ο Βασίλης Παπαβασιλείου ήταν ο δάσκαλός μου στο θέατρο. Ημουν πολύ τυχερή που τον συνάντησα στα πρώτα μου βήματα.
Απ’ αυτόν έμαθα τι σημαίνει να ανεβαίνεις στη σκηνή, τι πρέπει να ζητάς.
Πώς είναι να ζεις σαν ηθοποιός και τι ευθύνη ζωής συνεπάγεται αυτό.
Αυτός μου έδωσε τη μεγάλη μου ευκαιρία.
Από κει και πέρα με διαμόρφωσαν άνθρωποι όπως ο Λευτέρης Βογιατζής, ο Θωμάς Μοσχόπουλος. Αυτοί οι τρεις θα έλεγα.
Οχι ότι οι άλλοι είναι υποδεέστεροι, αλλά τον Βασίλη και τον Λευτέρη τους βρίσκω διαρκώς μπροστά μου στη δουλειά.
Μου έμαθαν ότι η υποκριτική είναι μια επιστήμη, την οποία μελετάς, μου έμαθαν τον τρόπο να βλέπω την τέχνη.
● Πάμε στη Φαύστα. Ανοίγεις μια χαραμάδα για να μπει φως και γέλιο σε μια εποχή κατατονική;
Σαν να άνοιξα μια πόρτα, για μένα πρώτα και ύστερα για τους άλλους. Οταν παίζεις Μποστ, το γέλιο βγαίνει καθαρό, δίχως σκέψη.
Κι έχω και τη μεγάλη χαρά να μιλάω δεκαπεντασύλλαβο. Είναι μαγικός, χάρη στον ρυθμό του. Είναι μουσική ο δεκαπεντασύλλαβος.
Δεν τον επέλεξε τυχαία ο Μποστ. Και του ρίχνει και κάτι πρέζες σουρεαλισμού από πάνω.
Αισθάνομαι ευφορία να μιλάω αυτόν τον λόγο.
● Παίζεις με τον Μπερικόπουλο και μου είχες πει ότι νιώθεις ασφαλής που είστε μαζί. Είναι οικογένειά σου ο Κώστας;
Μεγάλωσα με τον Κώστα, ήμασταν συμμαθητές στη Σχολή Βεάκη. Είναι ένας άνθρωπος που αγαπώ και με αγαπά.
Και ήθελα να τον συναντήσω ύστερα από αρκετά χρόνια παράλληλων δρόμων, να ξαναβρεθούμε οι δυο μας στη σκηνή.
Οταν λέω ότι μου δίνει ασφάλεια είναι γιατί ξαναβρίσκονται δύο αδέλφια. Αυτή την αίσθηση έχω.
Και είμαστε και οι δυο σε μια ηλικία που νομίζω ότι ξαναγνωριζόμαστε.
Γιατί ο καθένας μας φέρει καινούργια πράγματα που τα ανακαλύπτουμε εξαρχής.
● Σε έχω δει χειμώνες ολόκληρους να κάνεις μετρημένα βήματα και μετά να εκτινάσσεσαι, πραγματοποιώντας το άλμα. Σε τι φάση είσαι σήμερα;
Εχω μόλις πηδήξει ένα μεγάλο χαντάκι, έχω αφήσει πίσω μου πολύ αίμα και έχω βγει σε ένα καινούργιο ξέφωτο και τρέχω με χαρά μέσα σ’ αυτό.
● Εχεις την αίσθηση της ευλογίας στη ζωή;
Κατ’ αρχήν για τα τάλαντα που μου έδωσε ο Θεός. Και μετά για την αγάπη της οικογένειάς μου.
● Τι είναι το ταλέντο;
Το πώς συμπεριφέρεται ο καθένας στα τάλαντά του. Είναι πράγματα χειροπιαστά, υλικά. Μόνο η δουλειά έχει σημασία.
Μ’ έχουν σημαδέψει τα «Ονειρα» του Κουροσάβα, όπου ο Βαν Γκογκ ζωγραφίζει στα χωράφια κι έρχεται το Γιαπωνεζάκι και τον ρωτάει «Τι κάνεις εδώ;». «Ο,τι μπορώ», του απαντάει.
Ετσι κι εγώ, το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να εργάζομαι. «Ασε με τώρα, έχω δουλειά», του λέει και παίρνει το καβαλέτο του και τρέχει στα χωράφια.
● Οταν θα βγεις να τραγουδήσεις, ποιο τραγούδι θα μου αφιερώσεις;
Ενα που το αγαπάς πολύ, το «Εχω να λάβω γράμμα σου σαράντα μέρες τώρα». Αυτό.
Info
«Φαύστα» του Μέντη Μποσταντζόγλου (Μποστ), Θέατρο Προσκήνιο
Σκηνοθεσία: Μάρθα Φριντζήλα, Σκηνικά, κοστούμια: Αγγελος Παπαδημητρίου, Μουσική: Βασίλης Μαντζούκης
Χορογραφίες: Αννα Αθανασιάδη, Φωτισμοί: Περικλής Μαθιέλλης, Μουσική διδασκαλία: Παναγιώτης Τσεβάς
Φαύστα: Ελένη Κοκκίδου
Γιάννης: Τάσος Γιαννόπουλος
Μαριάνθη: Κώστας Μπερικόπουλος
Ριτσάκι: Βαγγέλης Χατζηνικολάου
Κος Ιατρού: Μενέλαος Χαζαράκης
Κα Ιατρού: Γιώργος Γιαννακάκος
Γιος: Γιώργος Οικονόμου
