Δηλώσεις επί δηλώσεων, υπόγειες διαπραγματεύσεις, συζητήσεις που μοιάζουν με διελκυστίνδα. Οι διαβουλεύσεις για την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης είναι πανομοιότυπες με όσες προηγήθηκαν στα χρόνια της οικονομικής κρίσης και των μνημονίων.
Οι Ευρωπαίοι πολιτικοί δεν διακρίνονται για την πρωτοτυπία τους και το ευρωπαϊκό οικοδόμημα μοιάζει να κυριαρχείται από κυνισμό και ιδεοληψία. Οταν η πορεία της οικονομίας «σκαλώνει» σε μια νέα «κρίσιμη διαπραγμάτευση», γίνεται ακόμα πιο επιτακτική η ανάγκη για την εξεύρεση εναλλακτικής πορείας.
Ομως τα συμπεράσματα που εξάγονται είναι φτωχά μέχρι απογοητευτικά, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη.
Η Αριστερά μπροστά στην κρίση αδυνατεί να παρουσιάσει ένα εγχώριο και πανευρωπαϊκό μοντέλο, γεγονός που δεν αφορά μόνο την ελληνική κυβέρνηση που πελαγοδρομεί, περιορισμένη από τους σκληρούς κανόνες των προγραμμάτων δημοσιονομικής προσαρμογής.
Αφορά και τους υπόλοιπους σχηματισμούς της Αριστεράς, που αδυνατούν να υπερβούν την πυκνή ιστορική εμπειρία από τη διακυβέρνηση της περιόδου 2015-2016 και να αναλύσουν την κατάσταση.
Οσο για την Αριστερά στην Ευρώπη, μοιάζει αμήχανη να αντιδράσει στην παρακμάζουσα σοσιαλδημοκρατία, αλλά και να ορθώσει έναν διαφορετικό λόγο ενάντια στην ακροδεξιά δημαγωγία.
Τι συμβαίνει στο προοδευτικό πολιτικό φάσμα, το έχουμε αναλύσει πολλές φορές. Το ερώτημα είναι τι πράττουν, όμως, οι δυνάμεις που -στα λόγια μόνο, όπως αποδεικνύεται- θέλουν να δημιουργήσουν μέτωπο απέναντι στον λαϊκισμό.
Ουσιαστικά ενστερνίζονται τον λαϊκισμό των εύκολων λύσεων και με δημαγωγικά εργαλεία παραπέμπουν τις λύσεις στην ουτοπία της ελεύθερης αγοράς. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτής της στάσης είναι ο Κυριάκος Μητσοτάκης.
Πριν από λίγες μέρες βρέθηκε στη Βουλγαρία και μιλώντας για τις ελληνικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στη γείτονα είπε ότι «αποτελούν παράδειγμα εξωστρέφειας και επιχειρηματικότητας».
Εγκωμίασε, δηλαδή, τους επιχειρηματίες που στην συντριπτική πλειονότητά τους εγκατέλειψαν την Ελλάδα βυθίζοντας στην ανεργία χιλιάδες ανθρώπους.
Η είδηση πέρασε στα «ψιλά», αλλά ο κυνισμός που εκφράζει ο πρόεδρος της Ν.Δ. δείχνει καθαρά για ποιους ελπίζει να διαπραγματευτεί στο μέλλον. Το ερώτημα, ωστόσο, επιστρέφει στο πεδίο της Αριστεράς.
Εχει συγκροτημένο εναλλακτικό σχέδιο ή απλώς ελπίζει στην ανοχή του λαού; Αν έχει σχέδιο οφείλει να το παρουσιάσει και να επιδιώξει την εφαρμογή του άμεσα, παρά τους αρνητικούς συσχετισμούς.
