Κατάμεστο το θέατρο στον Κεραμεικό από την πρώτη κιόλας εβδομάδα παραστάσεων των Res Ratio Network – και πιθανόν η βασική αιτία δεν είναι ο κακόμοιρος Ριχάρδος του Σέξπιρ, ο δεύτερος, ο νεανικός και εμβόλιμος μεταξύ των άλλων, διασημότερων δαιμόνων του ελισαβετιανού θεάτρου.
Η πρώτη αιτία είναι πιθανόν η προσωπική σχέση που έχει αναπτύξει ο Αρης Σερβετάλης με το κοινό του, σαν κάποιος ροκ σταρ της εναλλακτικής σκηνής που εδραιώνει τη νέα προσπάθειά του σε κάτι ισχυρότερο από μια πρόταση: σε μια πηγαία επαφή με τους θαυμαστές του.
Για πολλούς όταν συμβαίνει αυτό το σπάνιο που λέγεται θέατρο του ερμηνευτή (και το οποίο, ας σημειωθεί, είχαμε πολύ καιρό να θυμηθούμε στο θέατρό μας), τα άλλα όλα είναι εκ του περισσού… Μια τέτοια όμως στάση εμφανώς αδικεί τον ίδιο τον ηθοποιό, τους συνεργάτες, αλλά και τη ίδια την πρόταση της ομάδας του.
Η Εφη Μπίρμπα είναι φανερό στην τέταρτη αυτή σκηνοθεσία της ότι επιχειρεί να καλλιεργήσει στο θέατρό μας ένα σοβαρό εικαστικό θέατρο (ας πούμε, κοντινό του Καστελούτσι), θέατρο εικόνων και κινούμενων εγκαταστάσεων, στο οποίο δραματουργία είναι πια η ίδια η ατμόσφαιρα και το περιβάλλον που δημιουργείται στηρίζεται σε λίγα αλλά έντονα σκηνικά μέσα.
Υπερβατική εξουσία
Ο Ριχάρδος της μέσα σε αυτό το θέατρο είναι περισσότερο πόζα, το διαρκές γκέστους ενός γεννημένου ελέω Θεού βασιλιά. Το ίδιο το σώμα του Ριχάρδου έχει πια διαμορφωθεί ώστε να μοιάζει με δοχείο του θεϊκού σκοπού και η κίνησή του έχει αποκτήσει τόση επιτήδευση ώστε πλέει στην αφήγηση σαν να μην ακουμπά πουθενά και σε κανέναν.
Ιστορικά όπως γνωρίζουμε, η μορφή του Σέξπιρ έρχεται από τον Μεσαίωνα, στη δραματουργία της συγκεκριμένης παράστασης όμως η παρουσία του ανάγεται στην ανθρωπολογική μορφή του βασιλιά-τοτέμ, μια φαραωνική σύλληψη, ένα υπόλειμμα υπερβατικής εξουσίας σε έναν μακιαβελικό αναγεννησιακό κόσμο.
Το σημαντικό είναι πως σε αυτές τις μορφές απουσιάζουν η ανθρώπινη διάσταση, ο κοινός νους και η ψυχολογία των πολλών. Είναι απροσέγγιστες υπάρξεις, κλεισμένες σε ιερά και σιωπηλά παλάτια, απόκρυφους ναούς, βαριά και απόρθητα κάστρα. Νομίζω ότι η ιδιοφυΐα του Σερβετάλη υπήρξε αυτή ακριβώς: αφαίρεσε από τον Ριχάρδο κάθε επαφή με την πραγματικότητα, κάθε «ρεαλισμό», κάθε πολιτική ευελιξία.
Ο δικός του Ριχάρδος μετατοπίζεται ακίνητος, πέφτει όρθιος, γίνεται παράδειγμα παραμένοντας εμβρόντητος. Θα μπορούσαμε να τον χαρακτηρίσουμε σαν έναν απλά κακομαθημένο από κούνια, στην ουσία όμως μια προσωποποίηση της αδιάλλακτης, μονότροπης, τερατώδους αλαζονείας.
Θυμάμαι ακόμα έναν άλλο τέτοιο Ριχάρδο, στο «Βυρσοδεψείο» πριν από λίγα χρόνια, να βογκά κλεισμένος στο βασιλικό κλουβί του. Αυτός εδώ πάλι έχει αγκυλωθεί σε ένα χρυσό βασιλικό κολάρο.
Μέχρι τέλους ανήκει σε μια άλλη πραγματικότητα από την κοινή, από την ιστορική και έρπουσα. Ως το τέλος, θα παραμείνει μοιραίος και ποιητής του μοιραίου, αναζητώντας το νόημα της πτώσης του όχι στην ατέλεια των ανθρώπων που τον νίκησαν, αλλά στο θεϊκό σχέδιο που τον καταδίκασε.
Η παράσταση επομένως δεν είναι παρά ένα σχόλιο πάνω στον Ριχάρδο, ένα σημείωμα στο περιθώριο του σεξπιρικού κειμένου.
Είναι αρκετά δύσκολο να παρακολουθήσει την υπόθεση κάποιος που δεν γνωρίζει το (ακριβοθώρητο) έργο του Σέξπιρ. Μπορεί όμως διά μέσου της παράστασης να συμμετάσχει σε μια ονειρική σύναξη ιστορίας και μύθου, μορφών που εξέρχονται για λίγο της φασματικής ύπαρξης για να επανέλθουν πάλι σε αυτήν.
Σε αυτό το κλίμα ονειροδράματος συντελεί και η αδιάκοπη, υπνωτιστική μουσική υπόκρουση των Coti K., η χοροθεατρική σύμμειξη των σωμάτων, όπως ασφαλώς και οι θαυμάσιοι φωτισμοί του Θύμιου Μπακατάκη.
Κυρίως σε αυτό συντελεί η ικανότητα της Εφης Μπίρμπα να παγώνει τον χρόνο, να τον εκτείνει και να τον παραμορφώνει, ώστε όλα να συμβαίνουν σε μια κινούμενη ακινησία, μέσα στη ζάλη του Ριχάρδου (όταν εξέρχεται στον κόσμο της ανάγκης και της επιβολής) και μέσα στην αίσθηση μιας μοίρας που βγαίνει από «το σήμερα, το σήμερα, από το άτυχο σήμερα».
Σε αυτά ας συνυπολογίσουμε και την ικανότητά της να διαμορφώνει ένα υπερρεαλιστικό δρώμενο γεμάτο πυκνούς συμβολισμούς: τα μεγάφωνα στη μια άκρη της σκηνής, που σαν να εκβιάζουν τον εξουσιαστικό λόγο να επέμβει, τον πηλό κάτω από τα πλουμιστά χαλιά να υποχωρεί στο πάτημα, το πτώμα που σύρεται μέσα στο ημίφως για να καλύψει την ενοχή, ένα σώμα που αδυνατεί να σταθεί για λίγο ήσυχο και να ηρεμήσει…
Αυτά με δυο λόγια είναι η παράσταση. Για την επιτυχία της δεν αμφιβάλλω καθόλου∙ όπως είπα, το κοινό έχει ήδη καταλήξει στην κρίση του. Θα ήθελα παρ’ όλα αυτά να μην έβλεπα μια τόσο έντονη διαφορά μεταξύ του βασικού ερμηνευτή και των υπολοίπων.
Ακόμα και αν αναγνωρίσουμε μια σκηνοθετική, ακόμα και εγγενή πρωτοκαθεδρία στον Αρη Σερβετάλη, είναι μάλλον ενοχλητικό να παρατηρεί κανείς στιγμές όπου η μορφή του επισκιάζει τα πάντα, το έργο γίνεται ουσιαστικά μονοπρόσωπο και μονολογικό και οι υπόλοιποι ηθοποιοί βρίσκονται απλά στη θέση στηριγμάτων σε αυτό το «ρεσιτάλ».
Από κάθε άποψη η παρουσία του Νίκου Καμόντου, του Ερμή Μαλκότση, της Ιωάννας Τουμπακάρη και του Αχιλλέα Χαρίσκου ήταν κατώτερη των δυνατοτήτων αλλά και του ρόλου τους. Μακάρι να πέφτω έξω, υποψιάζομαι όμως ότι το ωραίο αυτό θέατρο κινδυνεύει από κάτι που ούτε περνάει τώρα από το μυαλό των μελών του: να γίνει, από θέατρο συνόλου, θέατρο του ενός.
Αυτά όμως ανήκουν στο άλλο πρωί. Προς το παρόν ας τα αφήσουμε κατά μέρος κι ας βυθιστούμε στο όνειρο του Ριχάρδου, πριν ξυπνήσουμε στον εφιάλτη του Ερρίκου.
