Ροδάνι πάει η γλώσσα του Σωκράτη Φάμελλου. Του ’μεινε χούι από τότε που εκτελούσε χρέη κυβερνητικού εκπροσώπου. Τον άκουγα χτες στο ραδιόφωνο και τσιμπιόμουν να διαπιστώσω αν είμαι ξυπνητός ή κοιμισμένος. Σε ποιον γυάλινο πύργο εικονικής πραγματικότητας ζει άραγε. Κατακεραύνωνε τον Γερμανό υπουργό Οικονομικών και το ΔΝΤ, κηρύσσοντας την επανάσταση. Και μες στη θολούρα μου σκάρωσα κάτι μεταχρονολογημένα κάλαντα τα οποία του αφιερώνω.
Τα βάζω με τον Σόιμπλε/ και τη φαμίλια του την μπλε.// Στα κανάλια ξεσπαθώνω/ και στο Δου Νου Του τα χώνω./ Λέω μέσα μου, κατούρα/ όλη τη νομενκλατούρα·/ τη νεοφιλελεύθερη/ γιατί είμαστε αριστεροί./ Νέοι, πονηροί κι ωραίοι/ πάνω απ’ όλα συριζαίοι./ Ονομάζομαι Σωκράτης/ όψιμος γραφειοκράτης./ Και στο μεγάλο Φάμελλος/ του καφενείου ο τρελός.
Μ’ έκανε ο Τσίπρας υπουργό/ και έκτοτε μεγαλουργώ./ Πάει η γλώσσα μου βολίδα/ λες και μάσησα γλιστρίδα./ Φίδια βγάζω από το στόμα, προασπίζοντας το κόμμα.
Το μουντό, σκούρο και γκρίζο/ φωτεινό το εμφανίζω./ Στίβω το μυαλό μου να ’βρω/ πώς θα πω άσπρο το μαύρο./ Με φυσικά αέρια/ πλημμύρισα τη Βέροια./ Σκάνε τώρα από τη ζέστη/ οι πολίτες που ’ταν ρέστοι./ Υποψήφιος στην έρμη/ δήμαρχος υπήρξα Θέρμη./ Κι όταν τη Μακεδονία/ πλήττει η θεομηνία,/ να θερμάνω δίνω αγώνες/ άπαντες τους Μακεδόνες./ Φτάνει ώς την Κομοτηνή/ η χάρη μου η ταπεινή,/ όπου μια γριούλα πάλι/ χάθηκε από μαγκάλι./ Ζεστασιά και θαλπωρή/ ζητούσε η ταλαίπωρη./ Και γκρινιάζουν οι γραφιάδες/ στις συστημικές φυλλάδες.
Οι φουφούδες επί Σαμαρά/ εγκληματούσαν καθαρά./ Τώρα με τον σοσιαλισμό/ πρόκειται για λαϊκισμό,/ να χρεώνονται τα θύματα/ στον Τσίπρα ως εγκλήματα./ Αλλάξανε οι εποχές/ κι όμως δεν νιώθω ενοχές./ Τα βάζω με τους Γερμανούς/ που μας σφαγιάζουν σαν αμνούς./ Κι έπειτα δέχομαι κομπλέ/ την πρόταση του Σόιμπλε./ Παίρνω ψηλά τον αμανέ/ αλλά ψηφίζω σ’ όλα «ναι»./ Και μιλώ σαν πολυβόλο/ με τη γλώσσα και τον κώλο.
Το καρντάσι του, ο γνωστός τραγουδοποιός Μανώλης Φάμελλος, τα καταφέρνει δίχως άλλο στους στίχους. Ευελπιστώ ότι θα μου συγχωρέσει την αυθάδεια να διασκευάσω οπωσούν το τραγούδι του «Αυτόματος πιλότος»: «Κι η ιστορία μόνο ξέρει τον ένοχο, μα η ιστορία πάντα αργεί να μιλήσει/ ο αδελφός μου έχει χάσει τον έλεγχο, κανείς δεν ξέρει πως να τον σταματήσει…/ Ολο το σύστημα αυτοκαταστρέφεται και την πορεία δεν μπορείς να αντιστρέψεις/ μα όσο η γη στο κενό αντιστρέφεται, είσαι ελεύθερος, αν θέλεις, να πέσεις/ ή να δουλεύεις ρολόι, με ελάχιστο κόπο Σωκράτη βγάλε τον αυτόματο πιλότο».
