Κάναμε ό,τι ήταν δυνατόν για να τον δεχτούμε.
Με αξιοπρέπεια. Χωρίς μαύρο χιούμορ και ασκήσεις αναπνοής κατά του πανικού.
Αντλήσαμε από ένα ρεπερτόριο παλαιών και νέων εθίμων, προλήψεων και προκαταλήψεων για να τον καλοπιάσουμε. Τον νέο χρόνο.
Να μη δειχτεί και πάλι τόσο σκληρός. Να δείξει έλεος για τα πολλά τα βάσανά μας. Που έχουν γίνει βούκινο στον γερμανικό και τον αγγλικό Τύπο.
Και τι δεν μαθαίνουμε από τους ευγενείς αυτούς ανθρώπους.
Οτι δεν έχουμε νοσοκομεία, πεθαίνουμε όταν μπαίνουμε αντί να γιατρευτούμε.
Αυξάνουν οι φόροι κι εμείς δεν έχουμε να τους πληρώσουμε.
Το δε Ιδρυμα Friedrich Ebert με εκπρόσωπό του λέει στην εφημερίδα Die Zeit ότι τα πράγματα μολαταύτα πάνε κάπως καλύτερα.
Εχουμε χάσει το επίπεδο της ζωής που είχαμε, κατρακυλάμε ατάκτως στη φτώχεια κι όμως, ο κύριος Τάδε που μένει σε ένα ελληνικό χωριό λέει στην ίδια εφημερίδα ότι με 800 ευρώ μικτά τον μήνα δίνοντας και 100 ευρώ για νοίκι μπορεί να ζει επιτέλους, με τη σταθερή δουλειά που έχει σε ΚΤΕΟ, μαζί με την οικογένειά του.
Αυτός ο κοπανιστός θα λέγαμε, τηρουμένης της γνωστής έκφρασης, αέρας, μίξη αισιοδοξίας και απαισιοδοξίας σε σωστές δόσεις για να μη φτάσουμε σε φλεβοτομές εμείς οι πάσχοντες και δεν φτάνουν όντως πλέον τα νοσοκομεία που θα δώσουν ευχαρίστως το προβάδισμα στα αζήτητα των νεκροτομείων, δεν ασχολείται με λεπτομέρειες.
Π.χ. δεν γνωρίζουν οι καλοί αυτοί παρατηρητές του δράματός μας ότι στα νοσοκομεία καταφεύγουν εκτός των ασθενών και όλοι οι άστεγοι, οι άνεργοι, οι πρόσφυγες και γενικώς οι ανέστιοι, έστω κι αν δεν νοσούν, για να βρουν ένα πιάτο φαγητό σε ζεστό περιβάλλον.
Αυτό δηλαδή που οι καλοί μας φίλοι βλέπουν ως απελπισία είναι αντιθέτως μια ελπίδα για τους ανθρώπους αυτούς.
Ο συνωστισμός αυτός, που αντιμετωπίζεται με την αυτοθυσία των νοσηλευτών, δημιουργεί εν τοις πράγμασι ένα καταφύγιο ανθρωπιάς.
Ετσι γινόταν και στους άλλους τους πολέμους. Ετσι γινόταν σε κάθε ιστορικό συνωστισμό.
Ετσι γίνεται τώρα και με αυτόν τον αδήλωτο αλλά βασανιστικό των ημερών μας.
Οι άνθρωποι μαζεύονται, χάνεται η προς τα έξω δυναμική τους για λίγο και προσπαθούν να επιβιώσουν.
Τεχνικές επιβίωσης, ωστόσο, χρειάζονται σε όλους τους τομείς. Από τους δημόσιους που βάλλονται συνεχώς για το λίπος τους -από τις πλέον αδυσώπητες εκφράσεις, αν θυμηθούμε το αντίστοιχο των υπό εξολόθρευσιν πληθυσμών από τους ναζί.
Αλλά και από τους ιδιωτικούς.
Ενα παράδειγμα από τις τράπεζες: οι αόρατοι θεσμοί ή δεσμοφύλακες με πολύ τακτ εκχωρούν μέρος της εξουσίας τους στα ίδια τα υψηλά στελέχη των τραπεζών.
Για να μειώσουν και εκεί τους αριθμούς των εργαζομένων.
Ετσι αρχίζει ένας γολγοθάς συνειδήσεων αυτών που δεν μπορούν να κάνουν τη βρόμικη δουλειά των απολύσεων για να καλυφθεί το ποσοστιαίο πλάνο και των άλλων που έναντι αμοιβής και εξασφάλισης του μέγιστου χωρίς πλαφόν αντιμισθίου την εκτελούν.
Και πώς θα μπορούσε να γίνει αλλιώς; Τα πειράματα τα σχετικά με την ανθρώπινη συμπεριφορά δεν έχουν πατρίδα.
Ολοι οι άνθρωποι όπου Γης μεταμορφώνονται σε ακραίες συνθήκες σε δεσμοφύλακες ή δεσμώτες.
Χάνονται οι ενδιάμεσοι τόνοι και οι αποχρώσεις.
Κι εδώ μπαίνει άλλο ένα καθήκον για μας, τα πειραματόζωα: Να ανατρέψουμε τις στατιστικές του πειράματος. να μη χάσουμε τη θέση του παρατηρητή και να μη γίνουμε άλλη μια κουκκίδα στο έλεος της παρατήρησής τους.
Ηρθε μήπως η ώρα φέτος, αυτή τη δύσκολη χρονιά, να πούμε δυνατά το εμείς θα σταθούμε όλοι απέναντι;
Απέναντι σ’ αυτό που ροκανίζει τον χρόνο μας και σκάβει τις καρδιές μας;
Σαν όμορφο μου φαίνεται το ’17 για να επιχειρήσουμε κάτι τέτοιο.
Καλά κάναμε και το καλοπιάσαμε! Πού ξέρεις;
