Γεωργίος Νικ. Σχορετσανίτης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τις τελευταίες μέρες, με αφορμή την ανακοίνωση της απρόσμενης, είναι αλήθεια,  απονομής του βραβείου Νόμπελ λογοτεχνίας στον Μπομπ Ντύλαν, από τη Σουηδική Ακαδημία, γράφτηκαν πολλά νέα κείμενα, απόψεις, ιδέες και γνώμες, αλλά το σπουδαιότερο ήρθαν στο φως και κάποια παλιότερα που αναφέρονταν στον εμβληματικό τραγουδοποιό και τη σημαντική πολιτιστική του προσφορά.

Ήδη από το 1996, είκοσι χρόνια πριν, ο Γκόρντον Μπαλ, από το Τμήμα Καλών Τεχνών του Στρατιωτικού  Ινστιτούτου της  Βιρτζίνιας,  έγραφε  για πρώτη φορά στην υπεύθυνη Επιτροπή της Σουηδικής Ακαδημίας, προτείνοντας τον Ντύλαν για το αντίστοιχο βραβείο στη λογοτεχνία. Η ιδέα και το κίνητρο για τη συγκεκριμένη ενέργεια ήρθαν, κατά τα λεγόμενά του, από δύο Νορβηγούς θαυμαστές του Αμερικανού τραγουδοποιού.

Δεν ήταν φυσικά οι μόνοι αφού κι άλλοι πολλοί από διάφορα ινστιτούτα είχαν εκφραστεί με τα ίδια καλά λόγια γι’ αυτόν, σε ανύποπτες χρονικές στιγμές κατά το παρελθόν, και μάλιστα κάποιοι χρησιμοποίησαν και τον Άλεν Γκίνσμπεργκ ως μεσολαβητή.

Είναι γνωστό, άλλωστε, ότι οι προτείνοντες τους υποψήφιους πρέπει να είναι οι ίδιοι μέλη της Σουηδικής Ακαδημίας, ή καθηγητές της λογοτεχνίας, ή της γλώσσας, ή άλλος ήδη βραβευμένος στον τομέα της λογοτεχνίας, ή ο πρόεδρος μιας εθνικής  ένωσης συγγραφέων. Το γραφείο του Άλεν Γκίνσμπεργκ, λοιπόν, κάλεσε και ρώτησε τον Γκόρντον Μπαλ, αν θα ήθελε να γράψει κι εκείνος μια ανάλογη συστατική επιστολή στην Σουηδική Ακαδημία όπου θα υποστήριζε την υποψηφιότητα του Μπομπ Ντύλαν.

Έτσι στα 1996, ο Γκόρντον Μπαλ, αναφέρθηκε στις απεριόριστες διαστάσεις του έργου του Ντύλαν, το οποίο έχει διαποτίσει ολάκαιρο τον κόσμο, επηρεάζοντας  ταυτόχρονα τα μέγιστα και  την πορεία της αμερικανικής και, όχι μόνο, ιστορίας.

Με βάση τους στίχους και μόνο του άξιζε το βραβείο, ισχυριζόταν, αλλά οι διαστάσεις των καλλιτεχνικών του επιτευγμάτων είναι ακόμη μεγαλύτερες, γιατί μαζί με το πολύ σημαντικό σώμα των στίχων, υπάρχει επίσης η μουσική, η εμφάνιση και η  απόδοση. 

Η τελική βούληση του Άλφρεντ Νόμπελ, πηγαίνοντας λίγο πίσω, στα 1895, όριζε ότι στη λογοτεχνία το έργο του τιμώμενου θα πρέπει να είναι πιο σημαντικό από μια ιδεαλιστική τάση και ότι σε κάθε τομέα κατά τη διάρκεια του προηγούμενου έτους, πρέπει να έχει δώσει το μεγαλύτερο όφελος στην ανθρωπότητα, και ότι ειδικά  για τον τομέα της λογοτεχνίας, τα μεγαλύτερα έργα θα πρέπει να εξετάζονται μόνο σε περίπτωση όπου η σημασία τους δεν είχε  γίνει φανερή μέχρι πρόσφατα.

Ωστόσο, η αναδρομική επανεξέταση των βραβείων, από το 1901, υποδηλώνει μεγαλύτερη ελευθερία και ευελιξία όσον αφορά τα πρόσφατα επιτεύγματα, αλλά και της εκ νέου αναθεώρησης προηγούμενων έργων.

Σε ορισμένες περιπτώσεις το βραβείο επικεντρώθηκε περισσότερο στην τελευταία δημιουργία ενός συγγραφέα, ή, όπως στην περίπτωση του Γουίλιαμ Φώκνερ, για παράδειγμα, σε μια νέα προοπτική του συνόλου του έργου του.  Ωστόσο, δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι οι αισθήσεις αυτής της τάσης, έχουν μεταβληθεί με την πάροδο του χρόνου διευρύνοντας το ανάλογο φάσμα.

Σήμερα, λίγοι θα ήταν σε θέση να αμφισβητήσουν την ικανότητα του Μπομπ Ντύλαν στο να απεικονίσει τη δύσκολη  κατάσταση που βιώνει η  ανθρώπινη ύπαρξη.  Ωστόσο, πολλοί αναρωτήθηκαν αν η αρμόδια Επιτροπή των Βραβείων Νόμπελ θα πρέπει να σπάσει τα καθιερωμένα ταμπού και την  παράδοση και να χορηγήσει ένα βραβείο σε κάποιον που θεωρείται σε μεγάλο βαθμό  στιχουργός και ερμηνευτής ταυτόχρονα των τραγουδιών.

Θα μπορούσε για παράδειγμα  ένας άνθρωπος της μουσικής και των στίχων τους, να τοποθετηθεί δίπλα-δίπλα  με τους γνωστούς γίγαντες της λογοτεχνίας;

Στην ίδια θέση με τους Τ.Σ. Έλιοτ, Αλμπέρ Καμύ, Έρνεστ Χέμινγουεϊ, Πάμπλο Νερούδα και Γκύντερ Γκρας, έτσι αναφέροντας κάποια ονόματα με  τυχαία σειρά; Ας μην ξεχνάμε πάλι, ότι στα 1900 το καταστατικό Ίδρυμα Νόμπελ όρισε ως  λογοτεχνία όχι μόνο τα δημοφιλή αναγνώσματα με τις υψηλές πωλήσεις, αλλά και πολλά άλλα κείμενα τα οποία, λόγω της μορφής και του ύφους τους, έχουν ιδιαίτερη λογοτεχνική αξία. 

Στην πραγματικότητα, όμως, αν θέλουμε να είμαστε σωστοί, η μουσική και η ποίηση έχουν συνδεθεί ιστορικά, και το έργο του Ντύλαν  έχει βοηθήσει σημαντικά στην ανανέωση αυτής της, ζωτικής σημασίας, σχέσης. Η τέχνη της ποίησης είναι χιλιάδων ετών, ξεκίνησε με δημόσια απόδοση και επέζησε περισσότερο με την αφήγηση και το τραγούδι και λιγότερο με την εκτύπωση και το διάβασμα των στίχων πάνω στο χαρτί.

Στην εποχή μας, ο Μπομπ Ντύλαν έχει βοηθήσει την επιστροφή της ποίησης στην αρχέγονη μετάδοσή της από την ανθρώπινη φωνή και αναπνοή. Αναβίωσε τις παραδόσεις του βάρδου, του αοιδού, του τροβαδούρου. Αυτή η σύνδεση μεταξύ μουσικής και ποίησης είχε ιδιαίτερα αποδυναμωθεί, τουλάχιστον στις Ηνωμένες Πολιτείες, από τη δεκαετία του l930 μέχρι και τα  μέσα της δεκαετίας του 1960, κάτι που άλλωστε εύρισκε σύμφωνο και τον Έζρα Πάουντ, όταν αναφερόταν  στην ποίηση και τη μουσική ως δίδυμες τέχνες.

Η Ελληνική λυρική ποίηση λέγεται ότι την τραγουδούσαν και πράγματι, ακόμη και η φιγούρα του  Ομήρου να τραγουδά με άρπα ή λύρα, ίσως να μην βρίσκεται τόσο μακριά από τον σημερινό τροβαδούρο που, για κάποιες δεκαετίες, περιφέρεται με την κιθάρα του στις οργιαστικές συναυλίες τραγουδώντας τους στίχους του με κάποιο βαθύτερο νόημα μπροστά στους υποψιασμένους κυρίως αποδέκτες.

Για τον Πάουντ ήταν τόσο σημαντικό το μουσικό θέμα των  στίχων, ώστε να προτείνει, τα πανεπιστήμια να απασχολούν  τραγουδιστές τους οποίους θα ακούν για πολλές ώρες οι σπουδαστές, ώστε να κατανοούν καλύτερα τις  έννοιες των λέξεων. 

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η σχέση ανάμεσα στην ποίηση και τη μουσική είναι ιστορική, αφού στην ελληνική και ρωμαϊκή εκπαίδευση, η μουσική και η ποίηση διδάσκονταν μαζί στην ίδια τάξη. Κι ακόμα ότι το  όνομα  ‘ποίηση’ στην ελληνική γλώσσα, σήμαινε κυρίως τραγούδι, και ο ποιητής ονομαζόταν τραγουδιστής.

Ως προς το αν, τώρα, ο Ντύλαν  υπήρξε  πρώτα ποιητής ή μουσικός, το ερώτημα είναι σαφώς ανοικτό για συζήτηση.  Η ποίηση δεν αποκλείει τη μουσική και το αντίθετο. Επιπλέον, μερικά από τα βραβεία Νόμπελ του παρελθόντος αποδεικνύουν του λόγου το αληθές. 

Το βραβείο έχει πάει σε πολλούς δραματουργούς, το έργο των οποίων εξαρτιόταν τα μέγιστα  από την εξαιρετική απόδοση  άλλων ειδικευμένων σε μια σειρά τεχνών και δεξιοτήτων, όπως φωτισμός, παίξιμο, σκηνογραφία,  μουσική και χορό. Ακόμη το λογοτεχνικό βραβείο δόθηκε στον Ουίνστων Τσώρτσιλ, ίσως γιατί υπερασπίστηκε, σύμφωνα με έναν ιστορικό, τις ανθρώπινες αξίες σε μια δύσκολη καμπή της ιστορίας.

Στα l997, το Νόμπελ πήγε στον Ιταλό θεατρικό συγγραφέα Ντάριο Φο (1926- 13 Οκτωβρίου 2016).

Πολλοί θεωρούσαν ότι ο Φο δεν ήταν δραματουργός, αλλά συγγραφέας σεναρίων για δικές του αποκλειστικά παραστάσεις, αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ήταν ζωντανός και δημοφιλής ηθοποιός της φάρσας και της σάτιρας, ο οποίος σε κάθε παράσταση αυτοσχεδίαζε κατά βούληση, έτσι ώστε τα σενάρια του δεν ήταν ποτέ διαθέσιμα σε μόνιμη μορφή.

Η ημερομηνία του θανάτου συμπίπτει με την ημέρα κατά την οποία η Σουηδική Ακαδημία ανακοίνωσε την απονομή  στον Μπομπ Ντύλαν (Robert Allen Zimmerman, 1941- ) του Βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας. Ο Ντάριο Φο, υπήρξε ο πρώτος σύγχρονος θεατρικός συγγραφέας και καλλιτέχνης  στη λίστα των βραβείων Νόμπελ.  Ένας προηγούμενος παραλήπτης, ο Μπέρναρντ Ράσελ, ήταν ένας από τους τρεις φιλοσόφους, χωρίς να υπολογίζουμε τον Σαρτρ, που κέρδισαν το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Για τις λογοτεχνικές πτυχές του έργου του Ντύλαν και για τη σχέση ανάμεσα στην ποίηση και τη μουσική, μπορεί να πει κάποιος πολλά. Ο ιδεαλισμός και το όφελος της ανθρωπότητας συχνά, πάνε χέρι-χέρι, και τα ιδεαλιστικά, ακτιβιστικά τραγούδια του Μπομπ Ντύλαν έχουν αλλάξει τον κόσμο μέσα στον οποίο ζούμε.

Το Βραβείο στον Ντύλαν ήρθε μέσα από τραγούδια, όπως τα «Blowin’ in the Wind», «Oxford Town», καθώς και άλλες συνθέσεις που αναφέρονται και παραπέμπουν στον βαθύ αμερικάνικο Νότο και τις πολύπαθες και φτωχές περιοχές του Μισισιπή. Αν περιηγηθούμε στο τραγούδι «Με το Θεό στο πλευρό μας» (With God on Our Side) θα διανύσουμε ταυτόχρονα κάποιες σημαντικές ημερομηνίες της χώρας του:

«Τα βιβλία της ιστορίας το λένε/τόσο όμορφα το λένε/Ορμούσε το ιππικό/κι οι Ινδιάνοι πέφτανε στο χώμα….Ο ισπανοαμερικάνικος πόλεμος/ τέλειωσε κάποια μέρα/και ο εμφύλιος πόλεμος/ χάθηκε κι αυτός πίσω/ τα ονόματα των ηρώων με έβαλαν να μάθω απ’ έξω/όπλα που βάσταγαν στα χέρια τους/και το θεό που είχαν στο πλευρό τους…. Σαν τέλειωσε κι ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος/Συγχωρήσαμε τους Γερμανούς… ας δολοφόνησαν έξι εκατομμύρια / τους έψησαν στους φούρνους… κι αυτοί το θεό έχουν στο πλευρό τους… Αν ο θεός είναι στο πλευρό μας θα σταματήσει τότε τον επόμενο πόλεμο».

Και σύντομα ο κόσμος άκουγε απείρως  περισσότερα: «The Times They Are a Changin», «Only a Pawn in Their Game», και «The Lonesome Death of Hattie Carroll». Μια στάση που εκφράστηκε στο έργο του 1965, «It’s Alright, Ma (I’m Only Bleeding)», ότι «ακόμα και ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών / Μερικές φορές πρέπει να σταθεί γυμνός» (but even the president of the United States / Sometimes must have to stand naked), ίσως  βοήθησε ώστε να αναθεωρηθεί η αμερικανική προοπτική σχετικά με την προεδρική αρχή και εξουσία, ενθαρρύνοντας την έρευνα γύρω από το σκάνδαλο  Γουότεργκεϊτ του 1973-1974, με τον Νίξον στο Λευκό Οίκο.

Για μια γενιά που μεγάλωσε σε συντηρητική «εποχή συμμόρφωσης», ο Ντύλαν επικύρωσε την φαντασία και την ανεξαρτησία της σκέψης, και το έργο του βρισκόταν στο επίκεντρο της δημιουργικότητας της δεκαετίας των l960 στις Ηνωμένες Πολιτείες, έχοντας επηρεάσει βεβαίως και  άλλους, αλλαχού.

Σε μια συνέντευξή του στο περιοδικό Der Spiegel, πριν από λίγα χρόνια, ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών Γιόσκα Φίσερ, όταν ρωτήθηκε αν μεγαλώνοντας στη Γερμανία είχε ένα αμερικανικό όνειρο, απάντησε ότι αυτό δεν ήταν στην πραγματικότητα ένα αμερικανικό όνειρο, αλλά το δικό του όνειρο ελευθερίας, κι αυτό ήταν η μουσική του Μπομπ Ντύλαν.

Ούτε και ο ιδεαλισμός του Ντύλαν, όμως, περιορίστηκε σε μία μόνο περίοδο, όπως έδειξαν αργότερα τα επόμενα τραγούδια του. Ο συναισθηματικός ιδεαλισμός του «Forever Young», ο θρησκευτικός του «Every Grain of Sand»,  ή η έκφραση μιας αισθητικής με κλασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα, την αξιοπρέπεια.

Αν υπάρχει μια αναγνώριση της σύνδεσης ποίησης και μουσικής στην περίπτωση των προηγούμενων νικητών Νόμπελ, το ερώτημα που προκύπτει τώρα είναι κατά πόσον τα έργα του Ντύλαν αποτυπωμένα στο χαρτί   μπορούν  να βρεθούν δίπλα  στα γνωστά, διάσημα και κατοχυρωμένα έργα της λογοτεχνίας. Η απάντηση είναι μάλλον θετική.

Η ικανότητα του Ντύλαν να δημιουργήσει και να προκαλέσει ένα ολόκληρο περιβάλλον με λίγα λόγια, θυμίζει για πολλούς τον  Τσέχωφ, κι η άποψη της ζωής ως ένα ταξίδι  καθώς και της παραδοχής του ρόλου του προφήτη και του μάντη, υπενθυμίζει τον Γάλλο οραματιστή Αρθούρο Ρεμπώ. Και για να είμαστε αφόρητα ειλικρινείς, οι προφητείες του Ντύλαν  επιβεβαιώνονται στο χρόνο ξανά και ξανά.

Η κοινωνική κριτική ενώνεται με τον σουρεαλισμό, και οι στίχοι του χαρακτηρίζονται από έναν εκλεκτικισμό που κινείται γρήγορα από τη μία θέση στην άλλη, σαν να πρόκειται να θέλει να βρίσκεται συνεχώς μπροστά στα μάτια μας, να μας υπενθυμίζει καταστάσεις για τις οποίες είμαστε υπεύθυνοι και ότι κάτι πρέπει να κάνουμε επιτέλους γι’ αυτές.

Υπάρχουν έργα που φαίνονται κυρίως αισθητικά, τραγούδια σοφίας, τραγούδια κοινωνικής διαμαρτυρίας και τραγούδια προφητείας. Η διαχρονικότητα των θεμάτων του Ντύλαν καταδεικνύεται εύκολα αφού βρίσκονται συνεχώς μπροστά μας, τέσσερις δεκαετίες τώρα! 

«Αν τον καιρό σας/αξίζει να μη χάσετε/ καλύτερα να αρχίσετε να κολυμπάτε/γιατί αλλοιώς σαν πέτρες θα βουλιάξτε/γιατί αλλάζουν οι καιροί’, λέει στο ‘Αλλάζουν οι καιροί» (The Times They Are A-Changin’).  

Στην εισήγησή του για το   βραβείο Λογοτεχνίας, το 1996, ο Άλεν Γκίνσμπεργκ έγραψε πως ο Ντύλαν είναι ένας μεγάλος και σημαντικός βάρδος του εικοστού αιώνα, του οποίου τα λόγια έχουν επηρεάσει πολλές γενιές σε όλο τον κόσμο, κι ότι αξίζει ένα βραβείο Νόμπελ, σε αναγνώριση της ισχυρής και καθολικής ποιητικής του δύναμης. Ο Γκίνσμπεργκ,  πάντως, αναφέρθηκε για πρώτη φορά όταν άκουσε τον νεαρό Μπομπ Ντύλαν το 1963, μετά  την επιστροφή του από την Ινδία, και συγκινήθηκε μέχρι δακρύων ακούγοντας το ‘A Hard Rain’, δηλώνοντας  ρεαλιστικά πως μάλλον  ‘η δάδα έχει περάσει σε μια άλλη γενιά’! Και πως να μην τον θαύμαζε όταν άκουγε στίχους σαν τους:

«… Είδα ένα νεογέννητο μωρό τριγυρισμένο από άγριους λύκους… είδα ένα δωμάτιο γεμάτο ανθρώπους με ματωμένα σφυριά… είδα όπλα και κοφτερά σπαθιά στα χέρια μικρών παιδιών…. άκουσα κάποιον να πεινά και άλλους να γελάνε, άκουσα το τραγούδι του ποιητή που πέθανε στο αυλάκι του δρόμου… συνάντησα μια νεαρή γυναίκα  που το κορμί της καιγόταν… συνάντησα ένα νεαρό άντρα πληγωμένο απ’  αγάπη… 

Θα πάω εκεί πάλι πριν αρχίσει να βρέχει/Θα περπατήσω στα βάθη του πιο πυκνού μαύρου δάσους… όπου το πρόσωπο του εκτελεστή είναι κρυμμένο καλά/όπου η πείνα είναι άσχημη κι οι ψυχές ξεχασμένες… /όπου το μαύρο είναι το χρώμα και τίποτα ο αριθμός… /κι έπειτα θα σταθώ στον ωκεανό μέχρι να αρχίσω να βουλιάζω/ μα θα ξέρω το τραγούδι μου καλά πριν αρχίσω να τραγουδώ/ και μια σκληρή, σκληρή, σκληρή, σκληρή/ σκληρή βροχή θα πέσει». 

Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να φέρουμε στο προσκήνιο μερικά  ακόμη ζητήματα. Παρά τις κατά καιρούς συζητήσεις για το θέμα του βραβείου, ο Γκίνσμπεργκ,  δήλωνε ήδη από το 1996, ότι ο Ντύλαν δεν ενδιαφέρεται κι ούτε νοιάζεται ιδιαίτερα γι’ αυτό! Έτσι ο τελευταίος μάλλον δεν θα είχε να κερδίσει κάτι ιδιαίτερο από αυτό το Νόμπελ. Αλλά με ή χωρίς το Νόμπελ, το έργο του παραμένει και σήμερα θριαμβευτικό! 

Ο Ντύλαν μας εξέπληξε, μας συγκίνησε, και άλλαξε τον τρόπο που σκεφτόμαστε, αισθανόμαστε, μιλάμε και φανταζόμαστε. Έχει, όπως λέει και η παροιμία, μετακινήσει βουνά και βοήθησε να αλλάξει η πορεία της ιστορίας στις Ηνωμένες Πολιτείες.  

Σε γενικές γραμμές, η λογοτεχνία κατά τη γνώμη πολλών, είναι η αισθητικά φορτισμένη γλώσσα, και η ποίηση εξαρτάται από την από του στόματος απόδοση και ερμηνεία. Ο Μπομπ Ντύλαν δεν υπήρξε απλώς ένας διακοσμητικός καλλιτέχνης, ένας στιχουργός, αλλά ένας ερμηνευτής που συνδύασε τις ποιητικές παραδόσεις με τη μελωδία, εμπνέοντας, εμπλουτίζοντας και  συνταράσσοντας συνειδήσεις συθέμελα!