Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Εβδομήντα χρόνια κλείνει φέτος το έργο του Αρθουρ Μίλερ στα θέατρα του κόσμου, κι αληθινά με μια τέτοια σκέψη φεύγει κανείς από το «Εμπορικόν»: τέτοια έργα γράφονται κάθε εβδομήντα χρόνια…

Εργο που πληροί την περίφημη χρυσή τομή μεταξύ μεγάλης και ποιοτικής επιτυχίας, με θέμα επίκαιρο αλλά και διαχρονικό, με τεχνική βγαλμένη από τα όνειρα του πιο αυστηρού σεμιναρίου δραματουργίας, με κοινό που παίρνει τρεις όλες κι όλες ανάσες στη διάρκειά του…

Ετος 1947, δύο χρόνια μόλις μετά τη λήξη του ευρωπαϊκού τριακονταετούς πολέμου, κι είναι πια για την Αμερική η στιγμή της μεγάλης κατάφασης: Μια νίκη που όπως φαντάζει εκείνη τη στιγμή δεν ολοκληρώνεται μόνο στη στρατιωτική επιβολή, στην παγκόσμια οικονομική και πολιτική κυριαρχία, αλλά επεκτείνεται μέχρι την πιο βαθιά έννοια της πολιτείας της.

Η Αμερική μετά τον πόλεμο νιώθει δικαιωμένη. Πολέμησε για το καλό με το καλό και επέβαλε το δίκαιο και την ελευθερία στον κόσμο όλο. Βλέπει, με άλλα λόγια, τον εαυτό της σαν δύναμη δημοκρατίας, ηθικής, ελευθερίας και πλούτου.

Και αληθινά τίποτα δεν μπορεί να τη σταματήσει από το να νιώσει πως αυτός ο κόσμος ο νέος, που γεννιέται μετά τον πόλεμο, της ανήκει, όχι μόνο γιατί τον κατέκτησε με τα όπλα, αλλά και γιατί τον απελευθέρωσε με το δίκιο της.

Στιγμή απόλυτης πολιτικής ευδαιμονίας λοιπόν την οποία διακόπτουν μόνο κάποιοι ενοχλητικοί συγγραφείς, βιδωμένοι σε αυτή την επίμονη σκέψη της δεκαετίας του ’30 πως τίποτα από όλα όσα δρουν εντός του «αμερικανικού ονείρου» δεν αρκούν για να καλύψουν τη σκοτεινή πλευρά του.

Οι ίδιοι κατατάσσονται στο κοινωνικό θέατρο -στην πράξη όμως γνωρίζουμε ότι ασκούν μέσω του θεάτρου τους πολιτική: πολιτική κριτική στα θύματα του καπιταλισμού, του γρήγορου και αήθους κέρδους, πολιτική κριτική στην υποταγή του ενός στον βιαστικό βηματισμό των πολλών προς την άνοδο.

Και το σημαντικότερο; Αυτοί οι συγγραφείς δρουν στην πραγματικότητα εντός του συστήματος, σαν μέρος του, χρησιμοποιούν τα ίδια μέσα και αποδεικνύονται εξαιρετικοί στη στόχευσή τους. Τα καλύτερα μυαλά της Αμερικής, και του κόσμου όλου, για μια εποχή βρέθηκαν να γράφουν συντονισμένα εναντίον του αμερικανικού ονείρου. Ενα από αυτά τα μυαλά, ο Αρθουρ Μίλερ. Κι ένα από τα κορυφαία έργα του, το «Ηταν όλοι τους παιδιά μου».

Επιμένω στη συγγραφική πρόθεση γιατί ευκαιρία είναι τώρα όχι μόνο να ξαναδούμε αλλά και να ξαναδιαβάσουμε το έργο από την αρχή. Δεν παίζεται πολύ συχνά: κάτι οι ανάγκες της διανομής, μια κάποια ακαδημαϊκότητα, η ίδια η παρακαταθήκη του παρελθόντος που βαρύνει κάθε νέα προσπάθεια.

Ωστόσο, αυτό που έχει σημασία για εμάς είναι πως πέρα από το ίδιο το θέμα του Μίλερ, που είναι η εργαλειοποίηση του πολέμου από το κεφάλαιο και τον καπιταλισμό (ακούγεται «αριστερίστικο», αλλά μήπως έτσι δεν θα το εκλάμβανε κάθε αντι-κομμουνιστής της εποχής;), το έργο κάνει κάτι ακόμα: εγκλωβίζει και διασώζει μια ορισμένη ψυχολογία, μια ψυχική αύρα που διαπερνά την Αμερική και τον κόσμο όλο μετά το τέλος του πολέμου.

Διασώζει πέρα από όλα και καλύτερα από κάθε βιβλίο Ιστορίας τη δραματικότητα μιας νέας γενιάς που βγαίνει από έναν πόλεμο για να συντηρήσει μια ανάπηρη ειρήνη.

Δεν νομίζω ότι ποτέ κανείς μέχρι τώρα επιχείρησε να διαβάσει έτσι το «Ηταν όλοι τους παιδιά μου». Που να απέδειξε ότι υπάρχει ακόμα ένας άλλος τίτλος, μια άλλη τραγωδία από κάτω: το «Ηταν όλοι τους αδέλφια μου»…

Αυτή είναι η κατάθεση του Γιάννη Μόσχου. Εχοντας ασφαλώς κρατήσει τον πυρήνα του έργου, τη μορφή και τα έργα του Τζο Κέλερ, έχει ταυτόχρονα μετακινήσει το κέντρο βάρους στα πρόσωπα που προβάλλουν την τραγωδία της επόμενης μεταπολεμικής γενιάς.

Αυτό το κεφάλαιο ανήκει στον Κρις, στον Τζορτζ, στον Φρανκ. Γιατί η τραυματική εμπειρία του πολέμου γέννησε μέσα τους την επιθυμία για μια καινούργια ζωή σε έναν καινούργιο κόσμο.

Σε αντίθεση με τις γυναίκες του έργου, όπου η καθεμιά τους φαίνεται να κρύβεται πίσω από ένα ζωτικό ψέμα, οι νέοι που πολέμησαν θέλουν να ζήσουν καθαροί από την προπολεμική ενοχή. Γι’ αυτό η αποκάλυψη της πατρικής αμαρτίας φέρνει πάλι επί σκηνής παλιά φαντάσματα. Τίποτα δεν άλλαξε λοιπόν, ο κόσμος συνεχίζει ίδιος, με λιγότερους ανθρώπους στην πλάτη, περισσότερους νεκρούς για να ξεχάσει.

Φανερά ο σκηνοθέτης θέλησε να τονίσει τη συνάφεια του έργου με την τραγική διάσταση της εποχής. Το βαρύθυμο σκηνικό της Τίνας Τζόκα εκεί παραπέμπει, σε χωροθέτηση που ανάγεται ακόμη και στον Φωκά. Δύστοπο ασφαλώς σκηνικό για έργο ρεαλισμού –μπορεί όμως να δώσει έρεισμα σε μια ομάδα που αναλαμβάνει κατά τόπους θέση και ρόλο Χορού.

Ο Δημήτρης Καταλειφός είναι βέβαια το βασικό στήριγμά της: Ο δικός του Τζο Κέλερ διατηρεί καταγωγικές ρίζες στην προπολεμική ηθογραφία, σαν αυτοδημιούργητος, λαϊκός ήρωας. Το σημαντικό όμως δεν είναι ο χαρακτήρας αλλά το είδος του: το είδος ανθρώπου που κάνει τους άλλους να σιωπούν μπροστά στη λάμψη της επιτυχίας.

Η γυναίκα του, η Κέιτ Κέλερ της Αλεξάνδρας Σακελλαροπούλου, προσωπογραφείται εντελώς στο τελευταίο πρόσταγμά της: «Ζήσε!», λέει, και εννοεί πως πρέπει να καλύψουμε το ψέμα με το πέπλο της ανάγκης. Κοντά της και οι άλλες γυναίκες: Αν τις ρωτήσουμε, θα μας απαντήσουν πως ο πραγματισμός είναι αυτός που κινεί την Αμερική.

Η λαμπερή και μοιραία Ανι της Δανάης Επιθυμιάδη, η κυνική Σου της Ευγενίας Αποστόλου, η γλυκιά Λίντια της Ιωάννας Πιατά. Μια πολύ ικανή ομάδα, συντονισμένη στο ίδιο μήκος κύματος.

Στην παράσταση όμως επιβάλλεται ο γιος του Γκέλερ, ο Κρις του Γιώργου Βουρδαμή: ιδεαλιστής που φέρει την αμλετική όψη του αμφισβητία, και λίγα χρόνια μετά θα δώσει, μαζί με το σκηνικό αντίβαρό του, τον Τζορτζ του Κώστα Βασαρδάνη, το είδωλο του «επαναστάτη χωρίς αιτία». Δίπλα τους, σε μικρότερους αλλά ακέραιους ρόλους, ο Τζιμ του Δημήτρη Καραμπέτση και ο Φρανκ του Γιώργου Τζαβάρα.

Πολύ καλή η μετάφραση της Δάφνης Οικονόμου, με μεταφορές στα σύγχρονα –κάπως άγρια- γλωσσικά μας ήθη. Εξαιρετικά βοηθητική στην απόδοση της μύχιας, άρρητης πραγματικότητας του έργου η μουσική του Αγγελου Τριανταφύλλου.