Με τη δεύτερη αξιολόγηση να παραμένει ακόμα «ανοικτή», οι επαφές τόσο του Έλληνα πρωθυπουργού όσο και του υπουργού Οικονομικών θα κορυφωθούν της επόμενες μέρες.
Ο Αλέξης Τσίπρας, την Τετάρτη θα αναχωρήσει για τις Βρυξέλλες, με αφορμή τη σύνοδο κορυφής της Πέμπτης 15 Δεκεμβρίου.
Την Πέμπτη, ημέρα διεξαγωγής της συνόδου κορυφής, ο πρωθυπουργός θα συναντήσει στο περιθώριο των εργασιών τον Γάλλο πρόεδρο Ολάντ και τον πρόεδρο του Ευρωκοινοβουλίου Μάρτιν Σουλτς. Την ίδια ημέρα θα μετάσχει ως προσκεκλημένος και στην προπαρασκευαστική σύνοδο των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών.
Στις συναντήσεις αυτές ο πρωθυπουργός αναμένεται να ζητήσει την ενεργό στήριξη όλων για την εφαρμογή του ευρωπαϊκού κεκτημένου στα εργασιακά, που περιλαμβάνει την επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων.
Κρισιμότερη θεωρείται η παρουσία του Αλέξη Τσίπρα στο Βερολίνο, την Παρασκευή το μεσημέρι θα έχει γεύμα εργασίας με την Ανγκελα Μέρκελ στην έδρα της γερμανικής καγκελαρίας. Οι δύο ηγέτες πρόκειται να συζητήσουν εκτενώς τα ζητήματα της διαπραγμάτευσης για τη δεύτερη αξιολόγηση, ενώ στο φόντο βρίσκεται η σύμπτωση απόψεων του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε με το ΔΝΤ για τους μετά το 2018 στόχους για το πρωτογενές πλεόνασμα.
Οι επαφές του πρωθυπουργού θα ολοκληρωθούν με συναντήσεις με τον Γερμανό αντικαγκελάριο, σοσιαλδημοκράτη Ζίγκμαρ Γκάμπριελ, καθώς και με την ηγεσία της Αριστεράς (Die Linke) και των Πρασίνων. Την επομένη, το πρωί του Σαββάτου, ο Αλέξης Τσίπρας θα μιλήσει στο συνέδριο του Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς, ενώ ο Ευκλείδης Τσακαλώτος θα βρίσκεται από την Πέμπτη στη γερμανική πρωτεύουσα. Μέχρι στιγμής έχει ανακοινωθεί η συμμετοχή του Ελληνα υπουργού Οικονομικών σε εκδήλωση της γερμανικής Αριστεράς την Πέμπτη το απόγευμα.
«Να φθάσουμε σε μία έντιμη συμφωνία»
Στο μεταξύ, με συνέντευξή του στο πρακτορείου Reuters, ο Ευκλείδης Τσακαλώτος τονίζει πως η Ελλάδα επιθυμεί την άρση του αδιεξόδου με τους δανειστές μέσω ενός «έντιμου συμβιβασμού», προειδοποιώντας ότι η έλλειψη ευελιξίας εκ μέρους των δανειστών μπορεί να πυροδοτήσει αντισυστημικό αίσθημα στην Ευρώπη.
«Η ελληνική έκφραση είναι “βάζω νερό στο κρασί μου”. Δεν είναι μία έκφραση που μου αρέσει, διότι δεν θα ήθελα νερωμένο το κρασί μου, αλλά ξέρετε τι εννοώ, να φθάσουμε σε μία έντιμη συμφωνία», δηλώνει ο υπουργός Οικονομικών.
Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος δηλώνει ότι προβλέπει πως μία συμφωνία θα επιτρέψει τη συμμετοχή της χώρας στο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας προς την άνοιξη του 2017, επιτρέποντας στην Ελλάδα να δοκιμάσει τότε τις αγορές.
Καθυστέρηση στο κλείσιμο της αξιολόγησης είναι πιθανόν να συγκρατήσει την οικονομική ανάκαμψη, την έγκαιρη επιστροφή στις αγορές και να εμβαθύνει περαιτέρω την άποψη -η οποία ήδη έχει εδραιωθεί με τα αποτελέσματα του βρετανικού και του ιταλικού δημοψηφίσματος- ότι η Ευρώπη δεν συγχρονίζεται με τους πολίτες της, προσθέτει ο Ευκλείδης Τσακαλώτος, σύμφωνα με το Reuters.
Σύγκλιση ελληνικής κυβέρνησης και ευρωπαϊκών θεσμών
Όσο ο πρωθυπουργός θα πραγματοποιεί διεθνείς επαφές στην Αθήνα αναμένεται να ξεκινήσει εκ νέου το μπρα ντε φερ κυβέρνησης-δανειστών.
Οι εκπρόσωποι των θεσμών φθάνουν στην πρωτεύουσα την Δευτέρα και κατά πάσα πιθανότητα την Τρίτη (13/12) ξεκινούν εκ νέου οι διαπραγματεύσεις.
Σύμφωνα με τα όσα υποστηρίζουν κοινοτικές πηγές σε συνομιλία τους με το ΑΠΕ-ΜΠΕ, οι θέσεις της ελληνικής κυβέρνησης και των Ευρωπαίων πιστωτών για το κλείσιμο της αξιολόγησης βρίσκονται πολύ κοντά.
«Ακανθώδες θέμα» σε πρώτη φάση, παραμένουν οι αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις, ενώ το χάσμα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο αναφορικά με τα πρωτογενή πλεονάσματα του 2018 – 2019 επίσης παραμένει.
Παρά ταύτα, οι ίδιες κοινοτικές πηγές, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, εξέφραζαν αισιοδοξία για το κλείσιμο της αξιολόγησης.
Στόχος της κυβέρνησης είναι η ολοκλήρωση της αξιολόγησης το συντομότερο δυνατό προκειμένου η Ελλάδα να ενταχθεί το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.
Όμως, έχει διαμηνύσει ότι δεν πρόκειται να αποδεχθεί αλλαγές στα εργασιακά που θα αποκλίνουν από το ευρωπαϊκό κεκτημένο, διεκδικώντας επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων.
Η Αθήνα υποστηρίζει επίσης πως δεν πρόκειται να αποδεχθεί τη λήψη, εκ των προτέρων, μέτρων τα οποία ζητά το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο για το 2019 και μετά προκειμένου να επιτευχθούν, με βάση τις δικές του εκτιμήσεις, τα πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ που προβλέπει το πρόγραμμα.
Πρόκειται για μέτρα ύψους 4,2 δισ. ευρώ, μεταξύ των οποίων η μείωση αφορολόγητου ποσού εισοδήματος και παρεμβάσεις στις συντάξεις, τα οποία αποτελούν «κόκκινη γραμμή» για την ελληνική πλευρά.
Παρόλα που αρμόδια κυβερνητικά στελέχη θεωρούν ότι η υπεραπόδοση των εσόδων στον Προϋπολογισμό του 2016 θα συνεχιστεί, συζητούν την επέκταση και μετά το 2018 του δημοσιονομικού «κόφτη» που συμφωνήθηκε με τους δανειστές στο πλαίσιο της πρώτης αξιολόγησης για την κάλυψη τυχόν αποκλίσεων στους στόχους για το πρωτογενές πλεόνασμα.
Κρίσιμα για την εξέλιξη της διαπραγμάτευσης θεωρούνται το θέμα του κόφτη και η χρονική περίοδος μετά το 2018 κατά την οποία η Ελλάδα θα πρέπει να τηρεί πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ.
