Είναι και πάλι πρωί. Κάθε πρωί τα πράγματα μοιάζουν πιο εύκολα. Είναι το φως. Είναι η μουσική από το Τρίτο Πρόγραμμα. Οι πρώτοι ήχοι. Το θυμίαμα από το Αγιον Ορος. Μυρίζει μαστίχα. Και κεχριμπάρι. Το δέντρο έξω από το παράθυρο. Τα κλαδιά του στον καθρέφτη του τζαμιού.
Διπλασιάζει την πρασινάδα. Τη φέρνει μέσα στο δωμάτιο. Μια εικόνα χωρίς ρυτίδες. Με μακρινή την προοπτική του πρώτου λίφτινγκ. Που έρχεται αναγκαστικά το απόγευμα. Οταν βαραίνουν οι σκιές. Οταν αυτό που είχε η ζωή να σου δώσει, σου το έδωσε. Και τώρα πρέπει να μετρήσεις τα ρέστα σου. Αυτά που έμειναν για την άλλη μέρα.
Από τις πληρωμές. Για τον μήνα που πέρασε. Και γι’ αυτόν που δεν έχει έρθει ακόμα. Η δυσκολία να πληρώσεις. Η συνεχιζόμενη προβολή της εικόνας σου που δεν λέει την αλήθεια. Γιατί δεν είναι η εικόνα σου. Εσύ άλλα έκανες πάντα. Και για άλλα σε εγκαλούν.
Γιατί θα έπρεπε να γνωρίζεις πόσο είναι το ΑΕΠ και πόσο τα σπρεντ, τι αξία έχουν τα ομόλογα και ποιος ο δείκτης Ντάου Τζόουνς στο χρηματιστήριο; Γιατί σε παγιδεύουν στο σύμπαν που μετράει τις ζωές με στατιστικές, πνίγοντας το πρόσωπο, τον άνθρωπο;
Μια απάντηση μέσα σε πολλές άλλες ήρθε να βρει καταφύγιο στο σεμινάριο για το προσφυγικό, που οργανώνει η μεταπτυχιακή κατεύθυνση Πολιτισμικών και Κινηματογραφικών Σπουδών στο Τμήμα ΕΜΜΕ. Ηταν τη Δευτέρα το απόγευμα. Πλησιάζοντας τη Σοφοκλέους όπου στεγάζεται το Τμήμα, ερημιά.
Ερημιά στους δρόμους, λίγα φώτα που ανάβουν αμήχανα σιγά σιγά, επίμονα κλειστά μαγαζιά. Που παραμένουν κλειστά ακόμα και όταν το ωράριο το επιτρέπει. Ιδίως τότε. Και τότε ακριβώς είναι που συνειδητοποιείς ότι το νέο αστικό τοπίο μοιάζει με μία no man’s land. Ενα μεταξύ, ένα ανάμεσα σε αυτό που ήταν κάποτε η πόλη και τη σημερινή της εικόνα.
Το μεταξύ των συνόρων με την ερήμωση και τον κίνδυνο που ελλοχεύει έχει μεταφερθεί στο κέντρο της πόλης. Της αγαπημένης μου πόλης. Με όσα και να κάνει, όσα και να της λείπουν, με τις λακκούβες και τα πιτσιλίσματά της, τα παράλογα πεζοδρόμιά της, όσα και αν χάνει σε δείκτες ελκυστικότητας, όσα και αν κερδίζει σε δείκτες μιας μη μετρήσιμης και καθόλου δικαιολογημένης με τα σημερινά δεδομένα ζήλιας, η πόλη μου αντιστέκεται.
Παρατημένη από τους κυβερνήτες και πολλούς από τους κατοίκους της στο έλεος μιας βροχής που την καθαρίζει πνίγοντάς την, οδηγεί σε πόρτες που είναι ανοιχτές, σε ανθρώπους που έρχονται να συναντηθούν μέσα στα δωμάτιο που οδηγούν αυτές οι πόρτες. Δωμάτια, αίθουσες που φωτίζονται από τα πρόσωπα των ανθρώπων.
Ηταν φωτεινά και πάλι στο σεμινάριό μας. Με τον Σάββα Μιχαήλ να μιλά για το προσφυγικό και για τα σύνορα. Η μετάφραση των λέξεων «frontier ή border» μας απασχολεί για λίγο και μας βοηθά να ξεπεράσουμε τα σύνορα της ηλικίας, της γνώσης, της εμπειρίας.
Μαζί μας αυτή τη φορά και μαθητές και μαθήτριες από το Β’ Γυμνάσιο Αλίμου που ήρθαν να μοιραστούν τη δική τους εμπειρία. Παρακολούθησαν τον Σάββα με προσοχή. Τις έννοιες που εκείνος έλεγε απλά, με γνώση και εμπειρία ζωής, που για εκείνους κάποιες από αυτές ήταν καινούργιες. Εύλογη η ερώτηση λοιπόν μιας μαθήτριας:
Ο νεοφιλελευθερισμός τι είναι, καλό ή κακό; Γιατί; τη ρωτάμε. Μήπως σας μπερδεύει η λέξη «νέο» στην αρχή; Ναι, απαντά. Με ένα χαμόγελο. Αφοπλιστικό το χαμόγελό της. Και δικαιολογημένη η απορία της. Αφού κάθε ψεύτικος, πολιτικάντικος, καταναλωτικός λόγος μάς βομβαρδίζει με το σύνθημα του νέου, υποσκάπτοντας έτσι το νέο! Με την καθηγήτριά τους, την Αγγελική Μητσάκη, δουλεύουν τρία χρόνια για το προσφυγικό. «Αυτά που κάνουμε οφείλονται στην κ. Μητσάκη», μας λέει ένα άλλο κορίτσι.
«Οταν μεγαλώσω, θα ήθελα να της μοιάσω». Και μια άλλη μαθήτρια μάς αφηγείται μια ιστορία από τις πολλές που έμαθε κοντά στα μικρά παιδιά στον Ελαιώνα: «Ενα κορίτσι από τη Συρία ζωγράφιζε κάθε μέρα, για πολλές ημέρες, ένα βάζο με λουλούδια. Το ίδιο βάζο, τα ίδια λουλούδια, κάθε μέρα. Επειτα από κάποιες μέρες τη ρώτησα γιατί ζωγραφίζει το ίδιο βάζο.
»Και το κορίτσι μού απάντησε: Γιατί είναι το μόνο πράγμα που θυμάμαι από την πατρίδα μου. Και δεν θέλω να το ξεχάσω». Στον ίσκιο των ανθισμένων κοριτσιών η μνήμη αντιστέκεται.
