Σοφία Βέμπο, κορυφαία, διαχρονική, αξεπέραστη. Ενας μύθος. Μια τραγουδίστρια-χείμαρρος, πιο μπροστά από την εποχή της, με σκηνικό εκτόπισμα και ακτινοβολία που καθήλωναν το κοινό.
Σοφία Βέμπο, η «φωνή-σύμβολο» της Ελλάδας, από τις πιο συγκλονιστικές και εκφραστικές ερμηνεύτριες του 20ού αιώνα.
Μια φωνή που είχε μέσα της δύναμη, ψυχή, πάθος, μια φωνή που σαν άνεμος διέσχιζε τη ραχοκοκαλιά της Ελλάδας και ξεσήκωνε λαό και στρατό.
«Η μεταδοτικότητα που είχε στην ερμηνεία των τραγουδιών της ήταν κάτι το ασύλληπτο και το βάθος κάτι το άπιαστο. Καμιά δεν είχε τη δύναμη να ξεσηκώνει έναν ολόκληρο λαό. Καμιά. Και στη ζωή εν τάφω και πέρα από τους τάφους η Σοφία Βέμπο θα τραγουδά την Ελλάδα…» είναι τα λόγια του Βασίλη Τσιτσάνη.
Αυτοδίδακτη, χωρίς μουσική παιδεία κατόρθωσε να ξεφύγει από την τυποποίηση και τα κλισέ της εποχής και να αναρριχηθεί στην κορυφή.
Με την ιδιόμορφη χροιά της φωνής της, το χάρισμα της επικοινωνίας και την έντονη προσωπικότητά της έφερε την επανάσταση στο ελληνικό πεντάγραμμο.
Οι διαχρονικές ερμηνείες της παραμένουν μέχρι σήμερα ανέγγιχτες από επανεκτελέσεις.
Θάλασσα τα τραγούδια που σημάδεψε με την ερμηνεία της, πατριωτικά, δημοτικά, λαϊκά, αρχοντορεμπέτικα.
Ομως εκεί που άφησε τη σφραγίδα της ήταν στο ερωτικό τραγούδι.
Η Βέμπο χρωστούσε μέρος της δημοτικότητάς της στην αποχή από σκάνδαλα και κομματικές διενέξεις.
Ποτέ δεν δέχτηκε να γίνει στέλεχος ή φερέφωνο πολιτικής παράταξης, παρά τις πιεστικές προτάσεις που κατά καιρούς την κατέκλυζαν.
Τραγουδούσε για όλους τους Ελληνες. Τα τραγούδια της γνώρισαν την αποθέωση γιατί μέσα τους ήταν συμπυκνωμένη ολόκληρη η Ελλάδα.
Από τη Θράκη στις φλόγες του πολέμου και την αποθέωση

Πάνε κοντά σαράντα χρόνια από τότε που η Βέμπο έγινε θρύλος, στεφάνι, ιστορία. Τι να πρωτοθυμηθεί και τι να παραλείψει κανείς!
Γεννήθηκε στην Καλλίπολη της Ανατολικής Θράκης στις 15 Φεβρουαρίου 1910, όπως γράφει στο χειρόγραφο ημερολόγιό του ο πατέρας της Αθανάσιος Μπέμπος και το οποίο σώζεται στο Θεατρικό Μουσείο της Αθήνας.
Το 1921 ο Αθανάσιος Μπέμπος μαζί με την οικογένειά του (εν τω μεταξύ είχαν γεννηθεί ο Τζώρτζης, η Αλίκη και ο Αντρέας) μετακομίζουν στον Βόλο.
Ο πατέρας τους, που ήταν καπνεργάτης, άλλοτε είχε δουλειά και άλλοτε όχι κι έτσι αναγκαζόταν να αλλάζει συνέχεια επαγγέλματα.
Ζώντας λοιπόν την απόλυτη φτώχεια, πολλές φορές έλειπε ακόμα και το φαγητό, η Σοφία αναγκάστηκε να βγει στη βιοπάλη για να στηρίξει την οικογένειά της.
Ο Τζώρτζης ο αδελφός της είχε πάει σε συγγενείς στη Θεσσαλονίκη μήπως και του βρίσκανε δουλειά.
Τον ακολούθησε αργότερα και η Σοφία. Πήρε το καράβι για τη Θεσσαλονίκη και κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, καθισμένη στο κατάστρωμα του πλοίου, άρχισε να τραγουδάει.
Το τραγούδι της άρεσε και σιγά σιγά μαζεύτηκε γύρω της κόσμος.
Ηταν το πρώτο της κοινό. Μεταξύ αυτών κι ένας ατζέντης που ενθουσιάστηκε με τη φωνή της και της πρότεινε συμβόλαιο για εμφανίσεις σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα.
Το πρώτο της συμβόλαιο. Ενα απλό χειρόγραφο χαρτί.
Ετσι ξεκίνησε η πορεία της από τη Θεσσαλονίκη τον Οκτώβρη του 1933.
Πολύ γρήγορα μπήκε και στη δισκογραφία και οι επιτυχίες διαδέχονταν η μια την άλλη.
Συνεργάστηκε με όλους τους σημαντικούς συνθέτες της εποχής, όπως τους Γιάννη Σπάρτακο, Κώστα Γιαννίδη, Μιχάλη Σουγιούλ, Θόδωρο Παπαδόπουλο, Γρηγόρη Κωνσταντινίδη, Λεό Ραπίτη, Μίμη Κατριβάνο, Θεόφραστο Σακελλαρίδη, Μενέλαο Θεοφανίδη, Ιωσήφ Ριτσιάρδη, Χρήστο Χαιρόπουλο και πολλούς, πολλούς ακόμα.
Παρόλο που το ραδιόφωνο και η δισκογραφία αναπτύχθηκαν μεταπολεμικά κυρίως, η προπολεμική δισκογραφία της Βέμπο ήταν μια θάλασσα από επιτυχίες: «Τσιγγάνα», «Μη ζητάς φιλιά», «Μη με ρωτάτε», «Τσιγγάνα μαυρομάτα», «Μαριτάνα», «Κάτι με τραβά κοντά σου», «Συγνώμη σου ζητώ, συγχώρησέ με», «Ζεχρά», «Κάποιο μυστικό», «Κλαις», «Στην ακρογιαλιά», «Χειμώνας», «Ασε τον παλιόκοσμο να λέει», «Στ’ Λάρ’σα βγαίν’ ο Αυγερινός», «Το καινούργιο φεγγάρι», «Το πρωί με ξυπνάς με φιλιά», «Η Ψαροπούλα» και πολλές, πολλές ακόμα…
Το 1938 είναι η χρυσή της χρονιά. Ερμηνεύει δημοτικά τραγούδια: «Ο Γιάννος κι η Παγώνα», «Στα Σάλωνα σφάζουν αρνιά», «Κάτω στου Βάλτου τα χωριά», «Εχετε γεια βρυσούλες», «Σαράντα παλικάρια»…
Αποθεώνεται. Χαλάει ο κόσμος. Δεν υπάρχει γραμμόφωνο χωρίς τις πλάκες της.
Την ίδια χρονιά πρωταγωνιστεί στην κινηματογραφική ταινία «Η προσφυγοπούλα», όπου ερμηνεύει 5 τραγούδια του Κώστα Γιαννίδη: «Ζητώ να σε ξεχάσω», «Νανούρισμα», «Ο Γιάννος κι η Παγώνα», «Πόσον η ζωή είναι ωραία» και «Σ’ αγαπώ».
«Η προσφυγοπούλα» είναι το μοναδικό ντοκουμέντο που υπάρχει από τα νεανικά της χρόνια.
Οι προπολεμικές λοιπόν αυτές ηχογραφήσεις αποδεικνύουν ότι η Βέμπο δεν πρωταγωνίστησε στο πεντάγραμμο την εποχή του ελληνοαλβανικού πολέμου.
Η Βέμπο ήταν ήδη η πρώτη τραγουδίστρια της χώρας πριν από το 1940.
Τον Οκτώβρη του 1940 ξεσπά μια τρομακτική καταιγίδα πάνω απ’ την Ελλάδα. Ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος.
Οταν κηρύχθηκε ο πόλεμος, η Βέμπο, η πιο δημοφιλής τραγουδίστρια της χώρας, επέλεξε να μπει στην πρώτη γραμμή της αντίστασης ενός ολόκληρου λαού.
Το τραγούδι που έφερε την έκρηξη στην καριέρα της ήταν το «Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά» σε στίχους Μίμη Τραϊφόρου και μουσική Μιχάλη Σουγιούλ.
Το τραγούδι αυτό συγκλόνιζε και μαζί με το «Κορόιδο Μουσολίνι», που επίσης τραγουδούσε η Βέμπο, ήταν τα δυο πολεμικά θούρια του ’40.

Το Γενικό Επιτελείο Στρατού έστελνε τους δίσκους της σε όλες τις μονάδες του μετώπου.
Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά
που σκληρά πολεμάτε πάνω στα βουνά
παιδιά στη γλυκιά Παναγιά
προσευχόμαστε όλες, να ’ρθετε ξανά…
Με της Νίκης τα κλαδιά
σας προσμένουμε, παιδιά…
Και γίνεται η μούσα των στρατιωτών, η τραγουδίστρια όλων των Ελλήνων. Τα τραγούδια της σαν χείμαρρος ταξίδευαν, θέριευαν, απλώνονταν σε κάμπους και βουνά, αγκάλιαζαν πόλεις και χωριά, σύνορα και μετόπισθεν, έμπαιναν σε στρατώνες και νοσοκομεία και γέμιζαν δύναμη έναν ολόκληρο λαό.

Και η Σοφία ξεκινάει ένα ατελείωτο πηγαινέλα σε στρατόπεδα, φυλάκια, νοσοκομεία, ορεινά χωριά, ενώ εμφανίζεται σε δύο θέατρα συγχρόνως: Στο Αθήναιον και το Μοντιάλ.
Μεγάλο μέρος των εισπράξεων από τις παραστάσεις το εκχωρεί στις Ενοπλες Δυνάμεις.
Δίνει τα πάντα για τον αγώνα. Καλλιτεχνικά και οικονομικά.
Και για όλη αυτή τη δράση της δεν πήρε δεκάρα από το ελληνικό κράτος.
Ομως κέρδισε κάτι άλλο, ακόμη πιο πολύτιμο. Την αγάπη, τον σεβασμό και το χειροκρότημα ενός ολόκληρου λαού μαζί με τον τίτλο «Τραγουδίστρια της Νίκης».
Εναν τίτλο που ούτε τυχαία, αλλά ούτε και εύκολα απονέμεται.

Ολη η Ελλάδα την αποθεώνει για τη λεβεντιά, την τόλμη, το θάρρος της να σατιρίζει και να ταπεινώνει την αλαζονεία του εχθρού τραγουδώντας στίχους όπως:
«Κορόιδο Μουσολίνι, κανείς σας δε θα μείνει κι εσύ κι η Ιταλία, η πατρίδα σου η γελοία, τρέμετ’ όλοι το χακί…»
«Που ‘σαι ορέ Μπενίτο κρυμμένος στη σπηλιά, κατέβα παρακάτω, φοβάμαι τον τσολιά…»
«Να σφίξουμε τα δόντια και με λύσσα στον πόλεμο αυτόν τον ιερό, στον ύπουλο εχθρό παλικαρίσια ας δώσουμε ένα χτύπημα γερό»
«Ντούτσε κορόιδο τα έκανες ρόιδο αφότου φοράς το χακί και νόμιζες τη Μεσόγειο για λίμνη φασιστική…»
«Χίτλερ χαμίνι και ‘σύ Μουσολίνι, σας κλαίει η ψυχή μου γιατί τι σας προσμένει κακόμοιροι δεν το ‘χετε μυριστεί…»
«Με μία μόνο σκέψη μυστική καθένας ζει, το σύνθημα μονάχα περιμένει, να διώξουμε τους άτιμους φασίστες και ναζί, απ’ την Πατρίδα την αγαπημένη…»
Η θέση της γίνεται δυσχερής. Στίχοι σαν τους παραπάνω κάνουν τη ζωή της καθημερινά ολοένα και πιο δύσκολη.

Το Ιταλικό Φρουραρχείο τής αφαιρεί την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος, άγνωστοι με σιδερένια γροθιά τη ρίχνουν αιμόφυρτη στον δρόμο και την αφήνουν με το πρόσωπο παραμορφωμένο, η Γκεστάπο κάνει συχνά το σπίτι της φύλλο και φτερό για ενοχοποιητικά στοιχεία, της επιβάλλει περιορισμούς, τη συλλαμβάνει και την κλείνει στις φυλακές Αβέρωφ.
Το κλίμα τρομοκρατίας και εκφοβισμού είναι διάχυτο, η κατάσταση έχει καταντήσει αφόρητη και η ζωή της διατρέχει σοβαρούς κινδύνους.
Το Γενικό Επιτελείο Στρατού, που είχε συγκροτηθεί στη Μέση Ανατολή, αναθέτει στην υπηρεσία αντικατασκοπείας να τη φυγαδεύσει στη Μέση Ανατολή όπου παραμένει για τριάμισι σχεδόν χρόνια, διορισμένη (μαζί με την αδελφή της) άμισθη νοσοκόμα των Ενόπλων Δυνάμεων.
Ενα από τα πρώτα τραγούδια που είπε ήταν το:
«Αϊ μανούλα μ’ άι!
Φεύγω για την ξενιτιά, όχι για να πλουτίσω
πάω να πολεμήσω για τη Λευτεριά
Αϊ μανούλα μ’ άι!
Δώσ’ μου την ευχή σου, μέσα από την ψυχή σου»
Ακολουθούν τραγούδια όπως «Αθήνα και πάλι Αθήνα», «Ας ήταν για λίγο», «Για σένα τραγουδώ», «Αγάπη μου η ώρα φθάνει», «Καινούργια ζωή», «Λόντρα, Παρίσι», «Ραντεβού στην Αθήνα», «Σβήσε το φως», «Ολα μου γελούσαν», «Πάντα μαζί», «Παπούτσι από τον τόπο σου»…
Στη Μέση Ανατολή αρραβωνιάζεται με τον Μίμη Τραϊφόρο (μετέπειτα σύζυγό της) και εκτός από να δίνει κουράγιο και να ψυχαγωγεί τις Ενοπλες Δυνάμεις, έχει στόχο τη συγκέντρωση χρημάτων.
Χιλιάδες λίρες συγκεντρώθηκαν από το τραγούδι της για τον Ερυθρό Σταυρό και την Ελληνική Πολεμική Περίθαλψη.
Για το μέγεθος των χρηματικών της προσφορών υπάρχουν αδιάψευστα ντοκουμέντα.

Και όταν απελευθερώθηκε η Ελλάδα και η ζωή της δεν κινδύνευε πια, το Γενικό Επιτελείο Μ. Ανατολής διέθεσε πολεμικό αεροσκάφος για τη μεταφορά της στη Ρόδο, όπου αρχές και λαός την αποθεώνουν.
Από εκεί με το αντιτορπιλικό «Κρήτη» φτάνει στον Πειραιά.
Η δημοτικότητά της βρίσκεται στα ύψη ενώ οι εμφανίσεις της ακολουθούν η μια την άλλη.
Ο μουσουργός Μανώλης Καλομοίρης, ιδρυτής του Εθνικού Ωδείου και ακαδημαϊκός, στην κριτική του «Εθνους» της 19ης Μαρτίου του ’46, κριτική με ιδιαίτερο βάρος υπογραφής, γράφει: «Η Βέμπο με την ερμηνεία της στο λαϊκό τραγούδι με συγκινεί καλλιτεχνικά και με κάνει να νοιώθω την άδολη κι ανόθευτη χαρά της Τέχνης».
Την ίδια χρονιά δυο τραγούδια της, το «Κάνε κουράγιο Ελλάδα μου» και «Η θεια μ’ η Αμιρσούδα», γίνονται τεράστιες επιτυχίες.
Το «Κάνε κουράγιο Ελλάδα μου» εκφράζει τη δυσαρέσκεια του ελληνικού λαού για τις απατηλές υποσχέσεις των συμμάχων, ενώ το «Η θεια μ’ η Αμιρσούδα» είναι ένα αθυρόστομο δημοτικό τραγούδι το οποίο ερμηνεύει με άψογη ντοπιολαλιά της Μυτιλήνης.
Και ενώ η καριέρα της βρίσκεται στο ζενίθ, ο απόδημος Ελληνισμός της Αμερικής, που τόσα χρόνια την άκουγε μόνο από πλάκες γραμμοφώνου, επιμένει να τη γνωρίσει.
Αφού λοιπόν είχε γίνει θρύλος και είχε κατακτήσει την κορυφή της δημοτικότητας στην Ελλάδα, αρχές Απριλίου του ’47 φθάνει στην Αμερική χωρίς τον σύντροφό της Μίμη Τραϊφόρο, ο οποίος, βαθιά πληγωμένος, της γράφει ερωτικούς αριστουργηματικούς στίχους όπως:
«Μη μ’ αφήνεις μοναχό μου, μη μ’ αφήνεις
θέλω απόψε λίγο δίπλα μου να μείνεις
κι ας χαθώ και ‘γω και όλες μου οι ελπίδες
μες των μαύρων σου ματιών τις καταιγίδες…»
«Οπου κι αν πας, όσο κι αν λείψεις κι αν μ’ αφήσεις
πάλι κοντά μου θα γυρίσεις
θα ξαναρθείς γιομάτη έρωτα κι ελπίδες
να μου χαϊδέψεις τις καινούργιες μου ρυτίδες…»
«Ας ερχόσουν για λίγο μοναχά για ένα βράδυ
να γεμίσεις με φως το φριχτό μου σκοτάδι
και στα δυο σου τα χέρια να με σφίξεις ζεστά
ας ερχόσουν για λίγο κι ας χανόσουν μετά…»
Και φτάνει η ώρα της σημαντικότερης στιγμής στην καριέρα της. Κυριακή 11 Μαΐου 1947 στο Κάρνεγκι Χολ της Νέας Υόρκης.
Οι Αμερικανοί δεν πίστευαν πως μια άγνωστη τραγουδίστρια από την Ελλάδα, χωρίς διεθνείς περγαμηνές, θα κατόρθωνε να γεμίσει την τεράστια αυτή αίθουσα συναυλιών των 3.500 θέσεων, πράγμα που κατάφεραν μονάχα 2-3 παγκόσμιας φήμης καλλιτέχνες.
Ε! Αυτή την αίθουσα η Βέμπο τη γέμισε ασφυκτικά. Οχι μια φορά, όχι δυο φορές, αλλά τρεις φορές μέσα στην ίδια χρονιά.
Και όχι μονάχα τη γέμισε, αλλά κάρφωσε όλον αυτόν τον κόσμο στις θέσεις του για δυόμισι ολόκληρες ώρες.
Μόνη της στη σκηνή χωρίς μικρόφωνο, με τη συνοδεία ενός πιάνου ή ενός ακορντεόν κι ατενίζοντας τους μεγαλύτερους μουσικοκριτικούς του κόσμου.
Την άλλη μέρα σύσσωμος ο αμερικανικός και ο ελληνικός Τύπος της Νέας Υόρκης της επιφυλάσσουν απίστευτη υποδοχή.
Υψωσε το ανάστημά της στη χούντα δίνοντας άσυλο σε φοιτητές

Η Βέμπο συνεχίζει τις εμφανίσεις της στις μεγαλύτερες αίθουσες συναυλιών της Αμερικής, σε αμέτρητες χοροεσπερίδες, φιλανθρωπικές εκδηλώσεις, ξενοδοχεία, συλλόγους, ελληνικές παροικίες, για δυόμισι χρόνια.
Ομως αυτή η υπερπροσπάθεια και η συσσωρευμένη κούραση από τη Μέση Ανατολή αρχίζουν να την καταβάλλουν.
Αρχές Ιουνίου του ’49, μόλις επιστρέφει στην Ελλάδα, το Γενικό Επιτελείο Στρατού την καλεί για περιοδεία στις μαχόμενες μονάδες.

Εν τω μεταξύ, στην Αθήνα, το όνειρό της για δική της στέγη γίνεται πραγματικότητα.
Η αυλαία του θεάτρου Βέμπο σηκώνεται στις 27 Ιουνίου 1950 με την επιθεώρηση «Βίρα τις άγκυρες».
Ακολουθούν πολλές και μεγάλες επιτυχίες: «Η ταμπακέρα», «Να με παίρνανε τα σύννεφα», «Χαράμι», «Ολα ρημάδια», «Τάκου, τάκου ο αργαλειός μου», «Το χαστούκι», «Δεν είναι αυτή ζωή», «Μίλα μας και μη μας αγαπάς», «Κάποιος, κάπου, κάποτε», «Σ’ αγαπώ και μ’ αρέσει η ζωή», «Ο άνθρωπός μου»,», «Σουβενίρ ντ’ Ατέν», «Η πιο όμορφη αγάπη είν’ η δική μας»…
Τον Σεπτέμβρη του ’54 ξεκινούν τα γυρίσματα της ταινίας «Στέλλα» στην οποία παίρνει μέρος και ως ηθοποιός και ως τραγουδίστρια.
Ερμηνεύει δυο τραγούδια σε στίχους του Μιχάλη Κακογιάννη και μουσική Μάνου Χατζιδάκι: «Ο μήνας έχει 13» και το «Φεγγάρι είναι κόκκινο».
Τρία χρόνια μετά, τον Ιούνιο του ’57, ανεβαίνει στο θέατρό της η ηθογραφία «Στουρνάρα 288», η οποία στη συνέχεια μεταφέρεται και στον κινηματογράφο.
Η Σοφία πρωταγωνιστεί και παράλληλα ερμηνεύει και δυο τραγούδια: «Αχ να γύριζαν τα χρόνια τα παλιά» και «Πού ‘ναι εκείνη η αγάπη μας».

Την ίδια χρονιά επισημοποιεί τον δεκαεπτάχρονο δεσμό της με τον Μίμη Τραϊφόρο. Και εδώ ανοίγει παρένθεση γιατί θα ήταν ουσιώδης παράλειψη να δει κανείς τη Βέμπο ξέχωρα από τον Τραϊφόρο.
Η ζωή τους ήταν μια κοινή παράλληλη πορεία από το 1940 ώς το τέλος· μαζί ως ζευγάρι, μαζί και καλλιτεχνικά, πορεύτηκαν για περίπου σαράντα χρόνια στη ζωή και το θέατρο, ανάμεσα σε πολέμους, πολιτικές καταιγίδες, οικονομικές δυσκολίες, περιπέτειες, επιτυχίες, αποτυχίες, δόξες…
Σημαντικός σταθμός στην καριέρα της είναι επίσης η συναυλία στο Παλέ ντε Σπορ Θεσσαλονίκης τον Σεπτέμβρη του ’68.
Οταν εμφανίζεται στο παλκοσένικο γίνεται πανζουρλισμός. Αποθεώνεται από τον κόσμο που είχε γεμίσει ασφυκτικά το Παλέ ντε Σπορ, ενώ πολλοί είναι εκείνοι που έχουν μείνει απέξω.
Πέντε χρόνια αργότερα, μια στιγμή που σημάδεψε τη ζωή της είναι η εξέγερση του Πολυτεχνείου.
Καθώς το διαμέρισμά της βρισκόταν ακριβώς δίπλα στο Πολυτεχνείο, παρακολουθούσε από το μπαλκόνι της τα γεγονότα και αναπολούσε τους δικούς της αγώνες ενάντια στην τυραννία.
Και όταν κυνηγημένοι φοιτητές ζήτησαν άσυλο και καταφύγιο στο διαμέρισμά της, εκείνη ανταποκρίθηκε άμεσα.
Το γεγονός διαδίδεται από στόμα σε στόμα και σε λίγο η Αστυνομία τής χτυπά την πόρτα.
Ναι, έχω ανοίξει το σπίτι μου κι έχω δεχθεί τα παιδιά. Τα παιδιά είναι υπό την προστασία μου. Εγώ δεν φοβήθηκα τον Μουσολίνι, δεν φοβήθηκα τον Χίτλερ, θα φοβηθώ τώρα τους δικούς μου; Θα φοβηθώ τώρα εσάς; Και τώρα δρόμο, τα παιδιά είναι υπό την προστασία μου.
Μ’ αυτή τη γενναία πράξη έπεσε η αυλαία των εθνικών της προσφορών.
Η εφημερίδα «Observer Review» του Λονδίνου έγραψε σχετικά: «Κανείς δεν τόλμησε να αγγίξει τον θρύλο. Ούτε η σημερινή κυβέρνηση, η οποία έκλεισε τα μάτια όταν η Βέμπο έδωσε άσυλο σε φοιτητές κατά τη διάρκεια των τελευταίων ταραχών του Πολυτεχνείου. Αψηφώντας τη χούντα, άνοιξε το διαμέρισμά της κι απέτρεψε τη σύλληψή τους. Η χούντα των συνταγματαρχών δεν τόλμησε να την αγγίξει».
Τα χρόνια κυλούν κι αρχίζει σιγά σιγά να αραιώνει τις εμφανίσεις της.
Βγαίνει ολοένα και πιο σπάνια από το σπίτι της. Αισθάνεται αδύναμη να αντιμετωπίσει τη σκληρή πραγματικότητα, τα γεράματα, τη μοναξιά, το τέλος της καριέρας της.
Και ξαφνικά δέχεται πρόταση από τον Φρέντυ Γερμανό για τηλεοπτική εμφάνιση στην εκπομπή «Αλάτι και πιπέρι».
Οπως ήταν αναμενόμενο, η εκπομπή έκανε μεγάλη τηλεθέαση.

Λίγο αργότερα, της γίνεται πρόταση για μια φιλόδοξη αμερικανική κινηματογραφική παραγωγή με άξονα τη ζωή και κυρίως τη δράση της.
Τίτλος της ταινίας «Μια γυναίκα στις φλόγες». Παρόλο που η πρόταση την κολακεύει, η Σοφία είναι δύσπιστη και συγκρατημένη.
«Τι δουλειά έχουν οι Αμερικανοί με τη Βέμπο, την Αλβανία, το Ελ Αλαμέιν, το Πολυτεχνείο» έλεγε… Και είχε δίκιο.
Η φιλόδοξη αυτή παραγωγή έμεινε αποκλειστικά και μόνο στα λόγια.

Τη Σοφία είχα την τύχη να τη ζήσω από κοντά και να πάρω πολλά από τη χαρισματική αυτή γυναίκα που εκτιμούσα, θαύμαζα και σεβόμουν βαθιά.
Δεν είναι δα και λίγο να σε τιμά με την αγάπη και τη φιλία του ένας θρύλος. Για τον λόγο αυτό αισθανόμουν ένα χρέος απέναντί της που έπρεπε να εκπληρώσω.
Να διοργανώσω δηλαδή κάποια εκδήλωση στη μνήμη της. Και βοήθησαν οι συγκυρίες και το χρέος μου έγινε πραγματικότητα.
Το Πολεμικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, αναγνωρίζοντας τα όσα πρόσφερε στην πατρίδα και στον πολιτισμό η Βέμπο, φιλοξενεί σε μόνιμη βάση τα κειμήλια της συλλογής μου.
Σπάνια χειρόγραφα, γράμματα, ανέκδοτες φωτογραφίες, παρτιτούρες, πλάκες γραμμοφώνου, προγράμματα θεάτρου, λευκώματα, φορέματα και προσωπικά αντικείμενα της Βέμπο παρουσιάζονται για πρώτη φορά στο κοινό.
Και βοήθησαν ξανά οι συγκυρίες και ένα ακόμα όνειρό μου έγινε πραγματικότητα: Η έκδοση της βιογραφίας της.
Σάββατο 11 Μαρτίου 1978. Η φωνή που σαν άνεμος διαπερνούσε την Ελλάδα σώπασε για πάντα.
Ακαριαίο εγκεφαλικό. Κι ακολούθησαν η πικρή σιωπή και οι στίχοι του συζύγου της Μίμη Τραϊφόρου:
«Σοφία μου αλύγιστη, η δόξα σου είναι τόση,
που δεν μπορεί, δεν γίνεται πιο πάνω να ψηλώσει.
Και η ψυχή σου ανέβηκε τόσο ψηλά απ’ το σώμα,
που είσαι, Σοφία μου, ουρανός, δεν είσαι πλέον χώμα!»
Κι ενώ η αττική γη αγκάλιαζε τη Σοφία, μια λαοθάλασσα από δακρυσμένα μάτια και στόματα τραγουδούσαν το «Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά…».
Ποτέ άλλοτε το τραγούδι αυτό δεν το τραγούδησε μια τόσο μεγάλη χορωδία.
Σοφία Βέμπο – μια πολυκύμαντη ζωή συνυφασμένη με τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα του 20ού αιώνα: Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, Μικρασιατική Καταστροφή, δικτατορίες (Πάγκαλου/Μεταξά), Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, Κατοχή, Αντίσταση, Εμφύλιος, χούντα των συνταγματαρχών, Πολυτεχνείο.
Ανέχεια, στερήσεις, πλούτη, δόξες, απογοητεύσεις, ραδιόφωνα, θέατρα, κακουχίες, περιπέτειες, νοσοκομεία, στρατόπεδα, καταστρώματα πλοίων, καταυλισμοί προσφύγων, Πίνδος, Βίτσι, Μέση Ανατολή, Ευρώπη, Αμερική, Αφρική και όπου υπήρχε ομογένεια.
Παράσημα, τιμές, μετάλλια, έπαινοι, εύφημες μνείες, συγχαρητήριες/ευχαριστήριες επιστολές βασιλιάδων, πρωθυπουργών, πρέσβεων, στρατηγών και σημαντικών προσωπικοτήτων, Χρυσό Κλειδί των Αθηνών…
Δάφνες μιας σπουδαίας σταδιοδρομίας. Μα τα μεγάλα της παράσημα ήταν η αγάπη, ο σεβασμός και ο τίτλος που της απένειμε ο ελληνικός λαός «Τραγουδίστρια της Νίκης».
Σήμερα τραγούδια της υπάρχουν στα σχολικά βιβλία και διδάσκονται στα σχολεία, το Δημοτικό σχολείο Καλλίπολης (λίγο έξω από την Εδεσσα) φέρει το όνομά της, προτομές της έχουν στηθεί σε πολλά μέρη, δρόμοι/πλατείες/πάρκα/θέατρα πήραν το όνομά της, φορείς συνεχίζουν να τιμούν τη μνήμη της με συναυλίες και βραβεία στο όνομά της.
Το υπουργείο Οικονομικών και η Τράπεζα της Ελλάδος εξέδωσαν αργυρό συλλεκτικό νόμισμα 10 € για τα εκατό χρόνια από τη γέννησή της και τα ΕΛΤΑ προγραμμάτισαν την έκδοση γραμματοσήμου.
Κειμήλιά της φιλοξενούνται σε τρία μουσεία συγχρόνως. Στα Πολεμικά Μουσεία Αθήνας και Θεσσαλονίκης, ενώ στο Θεατρικό Μουσείο υπάρχει το καμαρίνι της…

Η Βέμπο αξιώθηκε να περάσει στην Ιστορία ως μια από τις πιο φωτεινές παρουσίες του ελληνικού έθνους.
Η θυελλώδης ζωή της δικαίωσε το πέρασμά της από τη Γη πέρα ώς πέρα. Μια ζωή και μια φωνή στα όρια.
Καμιά άλλη τραγουδίστρια δεν αγαπήθηκε και δεν συνδέθηκε τόσο έντονα μ’ έναν ολόκληρο λαό. Κ α μ ι ά.
Η Βέμπο τραγούδαγε την Ελλάδα κι όλη η Ελλάδα τραγουδούσε μαζί της.
Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις University Studio Press η βιογραφία της Σοφίας Βέμπο με τίτλο «Σοφία Βέμπο – Τραγούδαγε την Ελλάδα κι όλη η Ελλάδα τραγουδούσε μαζί της» της Κατερίνας Πετρίδου, προσωπικής φίλης της τραγουδίστριας.
*Βιογράφος – συλλέκτρια κειμηλίων Σοφίας Βέμπο
