Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Παρκ Τσαν-γουκ, ο Νοτιοκορεάτης σκηνοθέτης που γνωρίσαμε με το «Sympathy for Mr. Vengeance», αλλά έσπασε το φράγμα της διασημότητας το 2003 με το «Oldboy» του, τρία χρόνια μετά το αγγλόφωνο «Stoker», βρίσκεται ξανά στο προσκήνιο, με μια ταινία τόσο ίδια και τόσο διαφορετική από την ώς τώρα δουλειά του.

Εμφαση στην εικόνα, την τέλεια γεωμετρία, την αισθαντική φωτογραφία, αλλά απομάκρυνση από τον γεμάτο τεστοστερόνη, βίαιο κόσμο κι ένα απαλό χάδι στη γυναικεία ψυχοσύνθεση – μ’ ένα ελαφρύ πασπάλισμα σαδισμού για το γούστο.

Η «Υπηρέτρια», που έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο φετινό Φεστιβάλ Κανών, είναι ένα λεσβιακό ρομάντζο σερβιρισμένο ως θρίλερ εποχής, ένα κυνικό σχόλιο στην κοινωνική υποκρισία και τον ιμπεριαλισμό, τοποθετημένο μέσα σε μια γυμνή γυναικεία αγκαλιά. Η ταινία διασκευάζει το μυθιστόρημα της Σάρα Γουότερς, «Fingersmith» («Η Κλέφτρα», εκδ. Αλεξάνδρεια), μεταφέροντας τη δράση από τη βικτοριανή Αγγλία στην υπό ιαπωνική κατοχή Κορέα του ’30.

Εκεί, μέσα σε μια πανέμορφη απομονωμένη έπαυλη-φυλακή, μια υπερπροστατευμένη κληρονόμος, η υπηρέτριά της κι ένας γοητευτικός απατεώνας στήνουν αλλεπάλληλα σχέδια για να καρπωθούν μια κληρονομιά.

Μιλώντας με τον Παρκ Τσαν-γουκ, γίνεται από την αρχή φανερό ότι η προτεραιότητά του ήταν να καταπιαστεί αυτή τη φορά, έστω μεταφορικά, με τη συγκεχυμένη σύγχρονη κοινωνία της Κορέας. «Το πρωτότυπο μυθιστόρημα της Σάρα Γουότερς περιέχει όλες τις ιδέες που αναζητούσα», εξηγεί ο σκηνοθέτης. «Κυρίως ότι μια κοινωνία ταξικά δομημένη είναι ένα θέμα πολύ επίκαιρο ακόμα.

Διασκευάζοντας το βιβλίο, μεταφέροντάς το στην Κορέα, αναζήτησα σε ποια περίοδο της ιστορίας της χώρας θα μπορούσαν να υπάρξουν αυτά τα στοιχεία κι ένιωσα ότι έπρεπε να είναι το ’30, όταν υπήρχε η ιαπωνική κατοχή, όταν το ταξικό σύστημα καθόριζε τις σχέσεις μεταξύ των πολιτών, όταν το βασίλειο της Κορέας είχε μόλις κατακτηθεί από την Ιαπωνία και στη σκέψη των ανθρώπων ακόμα ίσχυαν οι κάστες – δεν έχουν αλλάξει τόσα πράγματα από τότε.

Η εικόνα της Κορέας το ’30 ήταν αυτή ενός έθνους στην κατοχή μιας ξένης δύναμης, μιας χώρας που έπεσε θύμα της αποικιοκρατίας. Οι Κορεάτες της υψηλής τάξης και οι διανοούμενοι που έζησαν εκείνη την εποχή θέλησαν να γίνουν Ιάπωνες, να εγκαταλείψουν την κορεατική ταυτότητά τους. Εκείνο που ξεκίνησε τότε, σήμερα έχει απλώς μεταφραστεί σε κάτι άλλο: οι ίδιες αυτές τάξεις σήμερα θέλουν να γίνουν όχι πια Ιάπωνες, αλλά Αμερικανοί».

Για ν’ αφηγηθεί την ιστορία του, ο Παρκ Τσαν-γουκ βυθίστηκε, σχεδόν μυσταγωγικά, σ’ έναν απρόβλεπτο γυναικείο έρωτα. «Στις mainstream ταινίες στην Κορέα, ποτέ κανείς δεν καταπιάνεται με το ζήτημα της ομοφυλοφιλίας κατά πρόσωπο», εξηγεί ο σκηνοθέτης. «Ούτε με ζευγάρια αντρών ούτε γυναικών. Σε σύγκριση με την Ευρώπη, η Κορέα είναι μάλλον συντηρητική από αυτή την άποψη.

Ομως αυτό δεν ήταν κάτι που με απασχόλησε ούτε μια στιγμή: ξεκινώντας την ταινία, δεν σκέφτηκα, τώρα θα κάνω μια ταινία για την ομοφυλοφιλία. Διάβασα το πρωτότυπο μυθιστόρημα, το βρήκα τρομερά ψυχαγωγικό, πολύ ενδιαφέρον για διασκευή και συνέβη να περιλαμβάνει στοιχεία ενός λεσβιακού έρωτα. Μου άρεσε όπως ήταν. Δεν είχα κανένα δισταγμό».

Αναδεικνύοντας ένα θαυμάσιο χιούμορ και μια γοητευτική ελαφρότητα κάτω από τα βαριά υφάσματα και τα περίπλοκα σκηνικά του, ωστόσο, ο Παρκ Τσαν-γουκ, μέσα από την ιστορία μυστηρίου του, καταλήγει μ’ ένα φιλμ που δεν μπορεί παρά να διαβαστεί ως ανανεωτικά φεμινιστικό.

«Αυτή ήταν η πρόθεσή μου, αυτό αναζήτησα, αυτές είναι οι αρχές στις οποίες προσβλέπω», λέει απλά. «Για μένα, παραδοσιακά και γενικευμένα, ο ανδρικός ερωτισμός εμπεριέχει έναν βαθμό σαδισμού, ο γυναικείος εκφράζει μια εγγύτητα, μια σωματική επικοινωνία. Περιμένω κι εγώ να δω αν το κοινό θα το εισπράξει έτσι, το ελπίζω. Σ’ αυτό ελπίζω».

Παρά την αλλαγή της εποχής και της οπτικής γωνίας, η «Υπηρέτρια» τονίζει την αγάπη του Παρκ Τσαν-γουκ για την εικόνα, τη δεινότητά του στο να στήνει κάδρα πολύπλοκα και πολυεπίπεδα, που κόβουν την ανάσα.

«Δεν ξεκίνησα για να κάνω, σώνει και καλά, μια πανέμορφη ταινία. Απλώς, για να πω αυτή την ιστορία, αυτών των ανθρώπων, ένιωσα ότι χρειαζόταν ν’ ανυψώσω τον πήχη της αισθητικής. Η ίδια η πλοκή και οι προσωπικότητες των ηρώων απαιτούσαν ένα εστέτ περιβάλλον όπου θα μπορούσαν να ζήσουν και να δράσουν.

»Οτιδήποτε πιο λιτό, πιο ταπεινό, δεν θα τους επέτρεπε ν’ αναπτυχθούν. Ν’ αναπλάσω τη συγκεκριμένη κοινωνική τάξη στην Ιαπωνία ή στην Κορέα του ’30, χρωματισμένη από οπιούχα ταξίδια. Για ν’ απεικονίσω την πνευματική κατάσταση αυτών των ηρώων, ήταν αναγκαία μια κάποια κομψότητα. Διαφορετικά δεν θα έκανα απλώς μια αισθητικά αδιάφορη ταινία – θα πρόδιδα τους ήρωές μου».

Η νέα ταινία προβάλλεται

στους κινηματογράφους από την Ama Films.