Τι εθνικότητας είσαι; What nationality are you? Αυτή θυμάμαι ήταν μία από τις πρώτες φράσεις που διδάχτηκα στα αγγλικά, όταν στα δέκα μου περίπου άρχισα να μαθαίνω τη γλώσσα. Είμαι Ελληνίδα. I am greek.
Παράξενο δεν είναι; Συχνά αναρωτιέμαι τι σημαίνει αυτό. Είναι η γλώσσα; Είναι η κουλτούρα; Είναι η εκπαίδευση; Είναι όλα αυτά μαζί; Ή μήπως είναι κάτι περισσότερο; Και τι είναι η χαρά όταν βλέπεις έναν συμπατριώτη σου να κερδίζει μετάλλιο;
Παρακολουθώντας τους Ολυμπιακούς Αγώνες συχνά συγκινήθηκα. Με τα χαμόγελα των αθλητών που κέρδισαν μετάλλια, με την επίδειξη αθλητικού πνεύματος, με τα δάκρυά τους την ώρα της νίκης, και με εκείνα την ώρα της αποτυχίας.
Μα είναι αποτυχία να φτάνεις να αγωνίζεσαι σε τόσο υψηλό επίπεδο; Πόσοι αθλητές έχουν αυτή τη δυνατότητα έστω μία φορά; Ακόμη και αν παλεύουν μια ζωή, πιέζοντας το σώμα, κάνοντας θυσίες και υπερβάλλοντας εαυτόν;
Και παρά τις σκιές του ντόπινγκ, πάντα βαριές, αναρωτιέμαι τι είναι αυτό που προκαλεί τόση συγκίνηση.
Γιατί συγκινούμαστε. Ακόμη κι εμείς που η μεγαλύτερη σχέση που έχουμε με τον αθλητισμό -πόσο μάλλον με τον πρωταθλητισμό- είναι αυτή που μας επιτρέπει η τηλεόραση και ο καναπές. Που γυμναζόμαστε ελάχιστα, και αυτό συνήθως από ανάγκη και όχι από πραγματική επιθυμία.
Παρακολούθησα αγώνα πόλο μεταξύ των γυναικείων ομάδων της Ρωσίας και της Ουγγαρίας και βόλεϊ μεταξύ των ομάδων αντρών των ΗΠΑ και της Ιταλίας για τα ημιτελικά των Ολυμπιακών Αγώνων.
Στον πρώτο οι νικήτριες αναδείχτηκαν στα πέναλτι. Στον δεύτερο οι δύο ομάδες έπαιξαν και τα πέντε σετ, με το όνομα του νικητή να αλλάζει κάθε λεπτό, πόντο με τον πόντο, σερβίς το σερβίς, πάσα την πάσα.
Μα τι ωραίοι αγώνες. Πόση απόλαυση, τι ανατροπές.
Δεν χρειαζόταν να υποστηρίξω καμία ομάδα -ίσως αν έπαιζε η ελληνική να μην το ευχαριστιόμουν τόσο, θα είχα αγωνία-, δεν με ενδιέφερε ο νικητής.
Παρατηρούσα τη συνεργασία μεταξύ των παικτών (αγοριών και κοριτσιών), διάβαζα την αγωνία στα μάτια τους στις δύσκολες στιγμές: στα βλέμματά τους είχαν πότε ενθάρρυνση στον συμπαίκτη που έπρεπε να πετύχει κάτι -μια καλή πάσα ή ένα γκολ-, πότε κατανόηση για ένα λάθος. Τους καμάρωνα.
Η υποστήριξή μου άλλαζε συχνά στρατόπεδο, κατευθυνόμενη κάθε φορά στην ομάδα που έχανε ή κινδύνευε να χάσει: από τις Ουγγαρέζες στις Ρωσίδες και από τους Ιταλούς στους Αμερικανούς – και αντιστρόφως.
Ηθελα να μπορούν να κερδίσουν όλοι, οι κόποι και οι προσπάθειές τους να μην πάνε χαμένα, όλοι οι μήνες -ή μήπως χρόνια;- της πειθαρχίας και της προπόνησης και της κούρασης να ευοδωθούν, να αποδώσουν καρπό.
Αδύνατον φυσικά – η νίκη πάντα ανήκει σε έναν. Ομως πραγματικά συνέπασχα μαζί τους. Ενιωσα τη χαρά της νίκης και την απογοήτευση της ήττας – όπως κάθε άνθρωπος που έχει πετύχει μικρές νίκες και έχει υποστεί μεγάλες ήττες (έτσι τις νιώθουμε πάντα). Αν και στην πραγματική ζωή τα πράγματα σχεδόν ποτέ δεν είναι άσπρα-μαύρα.
Και τότε κατάλαβα. Οι νίκες στον αθλητισμό, η συμμετοχή στους αγώνες, μοιάζουν με εκείνες στα παιδικά παιχνίδια. Κι εμείς ενθουσιαζόμαστε σαν τα παιδιά, γινόμαστε νικητές και ηττημένοι σε έναν αγώνα που αύριο θα έχουμε ξεχάσει. Γιατί αύριο ξεκινά ένας καινούργιος.
Και για λίγο, ασυνείδητα μάλλον, ταυτιζόμαστε με τους αθλητές, με τον αγώνα τους, με τον ιδρώτα που χύνουν στις φανέλες, νιώθουμε τον πόνο των τραυματισμών τους.
Βλέπουμε ότι στο γήπεδο, στον στίβο, στην πισίνα, στην ανοιχτή θάλασσα και στο ταπί δοκιμάζονται κι εκείνοι. Δεν έχει σημασία ποια η πατρίδα τους, με το άκουσμα ποιου ύμνου θα συγκινηθούν, σε ποιο θεό θα προσευχηθούν.
Ολοι έχουν δουλέψει σκληρά, καμιά επιτυχία δεν τους χαρίστηκε, καμιά διάκριση. Ολα ήταν αποτέλεσμα σκληρής προσπάθειας, ατελείωτων ωρών προπόνησης, μεγάλων στερήσεων.
Και αυτό ισχύει για όλους. Δεν έχει εθνικότητα.
