Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Λέγεται ότι «κάποτε η Ανδαλουσιανή τραγουδίστρια του φλαµένκο Παστόρα Παβόν, “Το κορίτσι µε τις χτένες”, µια σκοτεινή και βαθιά ισπανική µεγαλοφυΐα, εφάµιλλη του Γκόγια και του εξαίσιου ταυροµάχου Ραφαέλ ελ Γκάγιο, τραγουδούσε σε µια µικρή ταβέρνα του Καντίθ. Τραγουδούσε µε τη φωνή όλο σκιά και λιωµένο µέταλλο, µε τη φωνή της σκεπασµένη µε φύκια, πλεγµένη στα µακριά της µαλλιά. Στιγµές τη µούσκευε σε µανχανίγια, στιγµές την έχανε σε σκοτεινά κι απόµακρα δάση. Μα τίποτε. Τα ακροατήριο έµενε ακίνητο. Δεν χειροκροτούσε κανείς».

Οι μερακλήδες θαμώνες απαιτούσαν κάτι πιο αληθινό. «Ενας µικρόσωµος άντρας είπε µε φωνή χαµηλή, γεµάτη σαρκασµό: “Βίβα Παρί” σαν να ‘θελε να πει: “Εδώ δεν ζητάµε κόλπα και δεξιοτεχνίες. Εδώ ζητάµε κάτι άλλο”. Μόλις τ’ άκουσε “Το κορίτσι µε τις χτένες”, τινάχτηκε σαν δαιµονισµένη, σαν τσακισµένη µοιρολογήτρα του Μεσαίωνα, κατάπιε µονορούφι µια γεµάτη κούπα καθάγια, ένα κρασί από νερό φωτιάς, και άρχισε ξανά να τραγουδά χωρίς φωνή, χωρίς ανάσα, χωρίς παιχνίδια και τσακίσµατα µε τον λαιµό να καίει σαν ηφαίστειο, αλλά με… ντουέντε».

Ρίγησε το ιδιόρρυθμο ακροατήριο, ταξίδεψε στη μέθεξη που «κατάφερε να γκρεµίσει τις σκαλωσιές του τραγουδιού, ν’ αφήσει τον δρόµο ελεύθερο σ’ ένα µανιασµένο και φλογερό ντουέντε, σύντροφο των ανέµων που ξεσηκώνουν την άµµο στην έρηµο, που ‘κανε αυτούς που την άκουγαν ν’ αρχίσουν να σκίζουν τα ρούχα τους µε τον ίδιο ρυθµό που προσεύχονται οι νέγροι στα νησιά της Καραϊβικής». Το νουέντε «είναι η γέφυρα που ενώνει τις πέντε αισθήσεις µε το κέντρο της ζωής µετουσιωµένο σε γυµνή σάρκα, γυµνό σύννεφο, γυµνή θάλασσα· του Ερωτα πέρα απ’ τον Χρόνο».

Κατά κυριολεξία η λέξη «ντουέντε» αποδίδει στα ισπανικά το Αγιο Πνεύμα, πρόκειται όμως για το ανερμήνευτο πάθος που κινεί την τέχνη και τη ζωή. Το περιγράφει θαυμάσια ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα σε διάλεξη που έδωσε το 1930 στη Μαδρίτη. Και συνεχίζει: «”Το κορίτσι µε τις χτένες” ήξερε πως καθισµένοι γύρω άκουγαν οι εκλεκτοί, που ζητούσαν όχι τη µορφή µα το µεδούλι της µορφής, µια µουσική µεταρσιωµένη στην πιο γνήσια ουσία. Επρεπε να φτωχύνει όλη της την ικανότητα και την τεχνική της, να διώξει τη µούσα και να µείνει µόνη για να µπορέσει να ‘ρθει το ντουέντε, να παλέψει στήθος µε στήθος, ελεύθερη µαζί του. Και πώς τραγούδησε! Τώρα καιγόταν ολόκληρη, η φωνή της είχε γίνει ένα σιντριβάνι από αίµα που σου ‘κοβε την ανάσα µε τον πόνο και την αλήθεια της κι άνοιγε σαν το δεκαδάκτυλο χέρι που σχηµατίζουν τα καρφωµένα µα γεµάτα θύελλα πόδια ενός Χριστού φτιαγµένου από τον Χουάν ντε Χούνι».

Αραγε τι μύγα τσε τσε με τσίμπησε αυγουστιάτικα, θα αναρωτηθείτε, και εντρυφώ στα μυστήρια της Ιβηρικής. Μα τέτοιες μέρες πριν από ογδόντα χρόνια οι φασίστες του Φράνκο δολοφόνησαν τον Λόρκα έξω απ’ τη Γρανάδα επειδή ήταν δημοκράτης, ομοφυλόφιλος και προπαντός ποιητής. Κατά μακάβρια σύμπτωση «Ντουέντε» ονομάζεται το ταχύπλοο που, χωρίς ίχνος ντουέντε, έσπειρε τον θάνατο στον γιαλό της Αίγινας. Παρεμπιπτόντως τούτη η ανδαλουσιάνικη ιδιομορφία θα μπορούσε να μας λυτρώσει ατομικά και συλλογικά.