Χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την Μεσόγειο στην οποία λαμβάνει χώρα μια από τις χειρότερες προσφυγικές κρίσεις στην Ιστορία, μια άλλη «αόρατη» κρίση βρίσκεται σε πλήρη κλιμάκωση. Κάθε χρόνο χιλιάδες άνθρωποι εγκαταλείπουν την Ονδούρα, το Ελ Σαλβαδόρ και τη Γουατεμάλα, προσπαθώντας να ξεφύγουν από έναν αιματηρό, ακήρυχτο πόλεμο συμμοριών, αλλά και τις διεφθαρμένες δυνάμεις ασφαλείας.
Στο «κατώφλι» των ΗΠΑ, στο Βόρειο τμήμα της Κεντρικής Αμερικής, χιλιάδες άνθρωποι από την Ονδούρα, το Ελ Σαλβαδόρ και τη Γουατεμάλα, τρέπονται σε φυγή, εξ’ αιτίας ενός ανεπίσημου και όλο και πιο βίαιου πολέμου μεταξύ των συμμοριών και των δυνάμεων ασφαλείας.
Τη δεκαετία του 1980 οι χώρες αυτές μαστίζονταν από εμφυλίους πολέμους μεταξύ ανταρτών και στρατιωτικών δικτατοριών, τις οποίες στήριζαν και οι ΗΠΑ. Μπορεί με το πέρασμα των ετών να αποκαταστάθηκαν οι δημοκρατίες, ωστόσο, η ειρήνη δεν επέστρεψε ποτέ στην περιοχή. Οι έντονες ανισότητες που παραμένουν και οι παραχωρήσεις αμνηστίας σε εγκληματίες πολέμου, πυροδότησαν ένα νέο κύμα βίας και διαφθοράς.
Σύμφωνα με τη Διεθνή Αμνηστία, ο συνδυασμός της δράσης ένοπλων εγκληματικών οργανώσεων και διεφθαρμένων δυνάμεων ασφαλείας υποκινούν μια προσφυγική κρίση, έστω και λιγότερο ορατή.
Εκτιμάται ότι 80.000 άνθρωποι από τις χώρες αυτές, οι οποίες θεωρούνται, οι πιο επικίνδυνες χώρες που δεν βρίσκονται επίσημα σε πόλεμο, θα αναζητήσουν άσυλο φέτος σε γειτονικά κράτη, αριθμός που παρουσιάζει αύξηση της τάξης του 65% από το 2011, σύμφωνα με στοιχεία της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες.
Συγκεκριμένα, στο Ελ Σαλβαδόρ οι άνθρωποι φεύγουν -και πεθαίνουν- με ρυθμό παρόμοιο με εκείνο του 12ετούς εμφυλίου, όταν 1 εκατομμύριο άνθρωποι εκτοπίστηκαν και 75.000 έχασαν τη ζωή τους. Μάλιστα, πολλές συμμορίες έχουν ακόμη όπλα από εκείνη την περίοδο. Χαρακτηριστικό είναι ότι σε μια χώρα 6 εκατ. κατοίκων, πέρσι δολοφονήθηκαν 6.657 και τουλάχιστον 23.000 παιδιά αναγκάστηκαν να σταματήσουν να πηγαίνουν σχολείο, εξ’ αιτίας της βίας.
Στην Ονδούρα, 8.035 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους λόγω του οργανωμένου εγκλήματος και της κρατικής βίας.
Οι αιτούντες άσυλο είναι κυρίως οικογένειες και ασυνόδευτα παιδιά. Ακόμη δεκάδες χιλιάδες αναμένεται να εκτοπιστούν βίαια, χωρίς όμως να ζητήσουν βοήθεια από διεθνείς οργανώσεις.
Ο στόχος των περισσότερων είναι να φτάσουν στις ΗΠΑ. Από τη στιγμή που οι ΗΠΑ εφαρμόζουν αυστηρότερη μεταναστευτική πολιτική για όσους έρχονται από την Κεντρική Αμερική, το Μεξικό αποτελεί πια τον εναλλακτικό τελικό προορισμό. Καταυλισμοί που κάποτε χρησίμευαν ως τόποι παροδικής διαμονής, είναι πλέον γεμάτοι με πρόσφυγες. Άλλοι πάλι ρισκάρουν ακολουθώντας πιο επικίνδυνες και λιγότερο γνωστές διόδους προς τη Βόρεια Αμερική.
Τους πρώτους 6 μήνες του 2016, 3.486 άνθρωποι υπέβαλαν αιτήσεις να τους χορηγηθεί άσυλο στο Μεξικό, ενώ αναμένεται να ζητήσουν ακόμη 8.000 μέχρι τα τέλη του έτους.
Ακτιβιστές όμως καταγγέλλουν ότι αυξάνονται οι αρνητικές απαντήσεις στα αιτήματα και πολλοί αναγκάζονται να γυρίσουν πίσω στις χώρες τους σε περιοχές που θεωρούνται ασφαλείς. Σύμφωνα με τον ΟΗΕ, μια τέτοια πολιτική παραβιάζει διεθνείς νομοθεσίες, καθώς η εσωτερική μετατόπιση, δεν μπορεί να λειτουργήσει προστατευτικά σε χώρες με τόσο μικρή έκταση και γενικευμένη βία.
Στην πραγματικότητα είναι πολύ λίγοι αυτοί που καταφέρνουν να μπουν σε καθεστώς διεθνούς προστασίας, σε σύγκριση με όσους το δικαιούνται. Μάλιστα πολλοί δε γνωρίζουν τα δικαιώματά τους οπότε δεν μπαίνουν στη διαδικασία αίτησης ασύλου.
Από τη άλλη, ούτε οι ΗΠΑ, ούτε το Μεξικό, ούτε οι τρεις αυτές χώρες, έχουν αναγνωρίσει την κλιμακούμενη προσφυγική κρίση, παρά τις προειδοποιήσεις του ΟΗΕ και άλλων ανθρωπιστικών οργανώσεων.
Η πολιτική που ακολουθείται στο Μεξικό, την οποία σαφώς κατευθύνει η Ουάσινγκτον, δεν είναι άλλη από αυτή της κράτησης και απέλασης, καθώς το μόνο που έχει σημασία είναι να μην φτάσουν στις ΗΠΑ.
