Οι θεωρίες των διεθνών σχέσεων χωρίζονται χονδρικά σε δύο: τη ρεαλιστική ή πιο πρόσφατα την αναθεωρημένη δομική ρεαλιστική σχολή και την ποιοτική. Η πρώτη βλέπει τις χώρες σαν μπίλιες του μπιλιάρδου οι οποίες περικλείουν το σύνολο των δυνάμεων εκάστης σε αντιπαράθεση με άλλες όμορες κυρίως (αυτό δεν ισχύει για τις μεγάλες δυνάμεις).
Εδώ η ισχύς και οι εκάστοτε συμμαχίες παίζουν τον καθοριστικό ρόλο στις σχέσεις των χωρών, ειρηνικές ή μη. Η δεύτερη εξετάζει τα ποιοτικά χαρακτηριστικά, όπως κοινωνικές δομές, πολιτισμός, θρησκεία, σχέσεις με διεθνείς οργανισμούς και οικονομικές παραμέτρους.
Ο τίτλος ως ερώτηση έχει πολλές απαντήσεις: πετρέλαιο, ασφάλεια, εξόντωση των Κούρδων και της κουρδικής εξέγερσης στα νοτιοανατολικά της χώρας, την επίσημη εκδοχή πως η Τουρκία θέλει να εκβάλει από τα σύνορά της τον ISIS ο οποίος ευθύνεται για τρομοκρατικές επιθέσεις εντός της.
Στο βάθος όμως διακρίνει κανείς ευκρινώς τις επιθυμίες του σουλτάνου, την ανασύσταση, σε κάποιο βαθμό, της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ως κυριαρχία επί εδαφών με αραβικούς και άλλους πληθυσμούς.
Η απάντηση αυτού του άρθρου είναι διαφορετική. Η Τουρκία επιζητά την καταστροφή της, δηλαδή την εσωτερική κρίση και κατάρρευση του κράτους και της τουρκικής κοινωνίας όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά το 1922.
Εκ πρώτης όψεως η απάντηση αυτή είναι λανθασμένη, γιατί κανείς εκουσίως, είτε άτομο είτε κράτος, δεν οδηγεί τον εαυτό του στην καταστροφή. Σε πολλές όμως περιπτώσεις αυτό γίνεται είτε από τυχαία συμβάντα είτε γιατί παρέβλεψαν να υπολογίσουν την Ιστορία.
Για να εικάσουμε το μέλλον πρέπει να δούμε λίγο προσεκτικά το παρελθόν. Και το πρόσφατο παρελθόν της Τουρκίας καθορίζεται μετά την καταστροφή και εκδίωξη των χριστιανικών και άλλων πληθυσμών της Μ. Ασίας από έναν άνθρωπο, τον Κεμάλ Ατατούρκ.
Ο πολιτικός αναμορφωτής και θεμελιωτής της Τουρκίας, έννοια και πραγματικότητα πολύ διαφορετική από την Οθωμανική Αυτοκρατορία και το Χαλιφάτο της Κωνσταντινούπολης, ήταν βαθύς γνώστης της περιοχής, των Αράβων και του Ισλάμ. Αθεος ο ίδιος, χρησιμοποίησε το Ισλάμ ως συγκολλητική κοινωνική πραγματικότητα να κρατήσει το ισλαμικό παρελθόν ζωντανό για τον λαό.
Ομως δεν έχτισε την Τουρκία πάνω στο Ισλάμ. Οι εμφύλιες συγκρούσεις σε Συρία, Ιράκ, Αλγερία, Λιβύη, Υεμένη και βεβαίως, Αφγανιστάν, Πακιστάν και αλλού δεν έχουν βέβαια αποκλειστικό αίτιο το Ισλάμ. Τα προβλήματα είναι πολλά και οι αιτίες της αιματοχυσίας πολλαπλές.
Αν και η Τουρκία του Κεμάλ είναι μια χώρα με κοσμικό νομικό καθεστώς, με πολιτικά κόμματα, ανεξάρτητη Δικαιοσύνη και μέλος του ΝΑΤΟ και χώρα υπό σύνδεση με την Ε.Ε., η Τουρκία του Ερντογάν δεν ταυτίζεται πλέον με αυτό το μοντέλο.
Το δράμα της Συρίας, ένα δράμα το οποίο κρατά 5 χρόνια, ενώ τα κινήματα σε Αίγυπτο και Τυνησία έχουν ούτως ειπείν κατασταλεί, βασίζεται στο ότι οι αντιμαχόμενοι δεν έχουν την ισχύ να καταβάλουν τον αντίπαλο. Η αλεβίτικη μειοψηφία, έχοντας τον έλεγχο του κράτους και του στρατού, ανθίσταται στους αντιπάλους της σουνίτες κάθε κατηγορίας, οι οποίοι στηρίζονται κυρίως σε Σαουδική Αραβία, Εμιράτα και Τουρκία αλλά και στις ΗΠΑ.
Αυτός ο σκληρός και απάνθρωπος εμφύλιος μετά την παρέμβαση του ISIS και της Ρωσίας διεθνοποιήθηκε σε σημείο που διερωτάται κανείς ποιος έχει απομείνει και δεν έχει παρέμβει στη Συρία. Η πλέον πρόσφατη και επικίνδυνη παρέμβαση για τη διεθνή ειρήνη είναι η παρέμβαση της Κίνας, η όποια προσφέρει «ανθρωπιστική» βοήθεια στην κυβέρνηση, ιατρική εκπαίδευση καθώς και οπλισμό και εκπαίδευση για τον στρατό.
Το πιο πάνω γεγονός ίσως είναι και η κύρια αιτία για να επιτρέψουν οι ΗΠΑ την τουρκική επέμβαση. Το ζήτημά μας όμως, δηλαδή η τύχη της Τουρκίας, είναι προφανές από όλα τα παραπάνω πως περιπλέκεται σε σημείο γρίφου ή και χάους. Η Τουρκία έχει να αντιμετωπίσει τους Κούρδους, τον ISIS, το Ιράν, τη Ρωσία, την Κίνα, και τον συριακό στρατό.
Το πραγματικό όμως πρόβλημα της Τουρκίας είναι το εσωτερικό μέτωπο. Αυτό είναι που φοβόταν ο Κεμάλ Ατατούρκ, δηλαδή την επιστροφή στην οθωμανική πραγματικότητα ή σε Χαλιφάτο. Στην Τουρκία τίθεται το ζήτημα ποιο Ισλάμ θα νικήσει, το σαλαφικό με βαχαμπικές ρίζες, το Χαλιφάτο ή ένα ελεγχόμενο κρατιστικό Ισλάμ α λα Τούρκα;
