Η ανάμνηση να περπατώ ως παιδί στο δάσος της Ρόδου περιμένοντας ανυπόμονα -αλλά και με λίγο φόβο- να αντικρίσω τις πορτοκαλόχρωμες πεταλούδες που ξεσηκώνονταν σε κάθε σφύριγμα του οδηγού μας σαν σύννεφο είναι μια εικόνα που κρατώ στην καρδιά μου σαν θησαυρό.
Κάθε φορά που ανασύρεται στη μνήμη μου, φέρνει μαζί της τους ήχους, το φως όπως διαχεόταν ανάμεσα από τα κλαριά των δέντρων, τη χαρά που φούσκωνε σαν αφρώδες κρασί στο στήθος μου.
Αναλλοίωτα, έχουν καταγραφεί στον σκληρό δίσκο του εγκεφάλου.
Οπως και η συνάντηση με τα πλατώνια στο Κάστρο των Ιπποτών.
Να απλώνω το χέρι μου για να τα αγγίξω και το σώμα μου να δονείται από την ένταση της στιγμής, του αδύνατου που γινόταν εφικτό.
Θυμάμαι και ως μητέρα την ανείπωτη ικανοποίηση στα μάτια του παιδιού μου όταν έδινε -κι αυτός με την ίδια ανυπομονησία και τον ίδιο παιδικό φόβο παντρεμένο με την ανάγκη για επαφή με τη φύση- στα ελάφια που κατοικούν στο νησάκι της Μονής απέναντι από την Αίγινα να φάνε καρπούς από το χέρι του.
Την άγρια χαρά, όταν περπατώντας στα μονοπάτια του Μαίναλου, στην Αρκαδία, ένας αετός έκανε κάθετη εφόρμηση -σαν Στελθ μου φάνηκε- στον γκρεμό μπροστά μας.
Τον θαυμασμό που νιώσαμε γι’ αυτό το πλάσμα. Αναμνήσεις που έχουν πάρει την πρώτη θέση στο βάθρο των σπάνιων γεγονότων της ζωής μας και που μας ανεβάζουν ψηλά στον πήχη της τύχης.
Ετσι το αντιμετώπιζα ως παιδί, έτσι και τώρα.
Γιατί τα ζώα κρατούν ένα μεγάλο κομμάτι στο πολιτιστικό DNA της ζωής των ανθρώπων, σε όποιον λαό και αν στρέψουμε το βλέμμα.
Από αυτά διδάσκονταν και τις αρετές τους επιδίωκαν οι Ινδιάνοι της Β. Αμερικής, είναι τα σύμβολα θεών και θεαινών της αρχαίας Ελλάδας, στολίζουν νομίσματα, θυρεούς οικογενειών, σημαίες, χρησιμοποιούνται ως αποσυμβολισμός στην ανάλυση της ψυχής μας.
Ο λύκος, το ελάφι, η κουκουβάγια, το φίδι, η χελώνα, το δελφίνι κοσμούν τα παραμύθια που μας μεγάλωσαν, τις ιστορίες των γηραιότερων στα χωριά, στα νησιά, ως ένα πραγματικό κομμάτι της καθημερινότητάς τους στα χωράφια, στη θάλασσα.
Αυτά τα ίδια ζώα έφτασαν μέχρι τις ημέρες μας λαβωμένα σε παρουσία από την καταπάτηση των εδαφών τους, άρα και τη μείωση των ενδιαιτημάτων τους, από τον άνθρωπο και τις δραστηριότητές του.
Στο «Κόκκινο Βιβλίο των Απειλούμενων Ζώων της Ελλάδας», που δημοσιεύτηκε ανανεωμένο, καταγράφεται δυστυχώς ο άνθρωπος ως η κυριότερη απειλή για τη ζωή τους στο διηνεκές.
«Η εντατική καλλιέργεια της γης, οι εκτεταμένες μονοκαλλιέργειες, η χρήση βαριών γεωργικών μηχανημάτων και η κατακόρυφη αύξηση της αλόγιστης χρήσης φυτοφαρμάκων και λιπασμάτων για την επίτευξη μεγάλων αποδόσεων δημιούργησαν πρόσθετα προβλήματα στην πανίδα γενικά, αλλά και ειδικότερα σε απειλούμενα είδη, όπως η μεσογειακή χελώνα (VU), ο λαγόγυρος (VU) ή ο λιβαδόκιρκος (CR), του οποίου οι φωλιές καταστρέφονται από τα μηχανήματα κατά την περίοδο του θερισμού. Αλλα είδη, κυρίως μεγάλα θηλαστικά, όπως η αρκούδα και ο λύκος, εξαρτώνται από την ύπαρξη σχετικά μεγάλων και αδιατάρακτων εκτάσεων κατάλληλου ενδιαιτήματος, με αποτέλεσμα να απειλούνται από τον κερματισμό που προκαλούν σε αυτές τις περιοχές έργα όπως η κατασκευή μεγάλων οδικών αξόνων».
Την ίδια απειλή βιώνουν και οι θαλάσσιοι πληθυσμοί, αλλά και τα ψάρια των εσωτερικών υδάτων που εξαρτώνται όπως και τα ενδιαιτήματά τους από την καλή ποιότητα και φυσικά την επαρκή ποσότητα νερού.
«Η σημερινή χρήση των εσωτερικών υδάτων ως τελικών αποδεκτών αποβλήτων από βιομηχανικές, γεωργικές και αστικές δραστηριότητες επηρεάζει δραματικά και τους ιχθυοπληθυσμούς. Στα αμφίβια, μια σημαντική αιτία υποβάθμισης είναι η υπεράντληση του νερού, καθώς και η απώλεια των προσωρινών ενδιαιτημάτων γλυκού νερού, όπως οι εποχικές λιμνούλες και άλλοι μικροί υγρότοποι.
Κάποια είδη εξαρτώνται από συγκεκριμένο τύπο ενδιαιτήματος, με αποτέλεσμα να είναι ιδιαίτερα ευάλωτα σε οποιαδήποτε αλλαγή στη χρήση γης, την έκταση ή τα χαρακτηριστικά αυτού του ενδιαιτήματος. Χαρακτηριστικά παραδείγματα η μεσογειακή φώκια (CR), που χρειάζεται σχετικά αδιατάρακτα παράκτια οικοσυστήματα, με αποτέλεσμα να απειλείται από την τουριστική ανάπτυξη των ακτών».
Ενας ακόμη καθοριστικός παράγοντας είναι η κλιματική αλλαγή, που έχει αποτέλεσμα την αύξηση της θερμοκρασίας:
«Η αυξημένη πιθανότητα ξηρασίας ή η υψηλότερη μέση θερμοκρασία τους θερινούς μήνες αποτελεί μια κοινή απειλή για είδη που είναι ήδη ευάλωτα σε άλλες γνωστές απειλές και κυρίως για τα αμφίβια και τα ερπετά.
Η σημαντική εξάρτηση του κύκλου ζωής της θαλάσσιας χελώνας Caretta caretta από τη στεριά, όπου γεννιέται και γεννάει, την καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτη στην άνοδο της στάθμης της θάλασσας και της θερμοκρασίας, με επιπτώσεις όπως αλλαγή της αναλογίας θηλυκών-αρσενικών (καθώς η θερμοκρασία εκκόλαψης καθορίζει το φύλο του νεοσσού), αύξηση των θανάτων νεοσσών και απώλεια των παραλιών ωοτοκίας. Ερευνα που διεξήχθη στο Εθνικό Θαλάσσιο Πάρκο Ζακύνθου κατέδειξε ότι σε περίπτωση ανόδου της στάθμης της θάλασσας κατά 40 εκ. θα χαθεί το 11% των παραλιών ωοτοκίας (Whittock 2007)».
Ομως, η χειρότερη απειλή ίσως είναι η προσχεδιασμένη θανάτωση ζώων με δηλητηριασμένα δολώματα, πρακτική συνηθισμένη στην ελληνική επαρχία, που απειλεί πολλά και διαφορετικά είδη.
Οπως και η λαθροθηρία. Τέτοιες συμπεριφορές αναδεικνύουν το πρόβλημα της μη κατανόησης της άρρηκτης σύνδεσης της ζωής των ανθρώπων με το περιβάλλον τους.
Οταν έχουν κατακερματιστεί οι εκτάσεις όπου μπορούν να ζήσουν τα ζώα, να κυνηγήσουν τα θηράματά τους, να πραγματωθεί ο κύκλος της ζωής, όταν δεν αφήνουμε τη φύση να αναγεννηθεί παρά μόνο την εξαντλούμε, τότε σε μερικά χρόνια τι θα γίνει;
Η εξαφάνιση ενός ζώου συμπαρασύρει σε εξαφάνιση πολλά ακόμη είδη του ζωικού ή του φυτικού βασιλείου που είναι συνδεδεμένα με την παρουσία του σε έναν τόπο.
Κι εάν δεν υπάρξει αποκατάσταση των απειλούμενων πληθυσμών, θα επέλθει ανισορροπία κι αυτό θα έχει άμεσο αντίκτυπο στη ζωή των ανθρώπων με πολλαπλούς τρόπους.
Από το παράνομο, δηλαδή το εκτός εποχής κυνήγι, απειλούνται κυρίως θηλαστικά, όπως: «ο αίγαγρος (CR), η αρκούδα (VU) και το ζαρκάδι (VU), αλλά και πολλά είδη πουλιών, κυρίως υδρόβιων ή και άλλων, όπως ο φασιανός (CR) και η πετροπέρδικα (CR)».
Η υπεραλίευση δε, που ταλανίζει τους πληθυσμούς των θαλασσών μας, απειλεί τον ρυγχοκαρχαρία, «ενώ έχει επίσης οδηγήσει στην κατάρρευση σχεδόν των αποθεμάτων του ερυθρού τόνου».
Ακόμη μία απειλή είναι η παράνομη συλλογή σπάνιων ειδών από τον φυσικό τους χώρο για ερευνητικούς σκοπούς, για να στελεχωθούν προσωπικές συλλογές (π.χ. απειλούμενες πεταλούδες) ή καταστήματα εμπορίας ζώων.
Ως pets συλλέγονται και οδηγούνται στο εμπόριο, όπως καταγράφεται στο Κόκκινο Βιβλίο, «διάφορα είδη ερπετών, όπως η οχιά της Μήλου (CR) και οι χερσαίες χελώνες».
Ας σημειωθεί ότι μέχρι το 2020, η χώρα μας ως μέλος της Ε.Ε. έχει δεσμευτεί να ανακόψει τις απώλειες της βιοποικιλότητας.
Τι είναι το «Κόκκινο Βιβλίο των Απειλούμενων Ζώων της Ελλάδας»;
«Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλούμενων Ζώων της Ελλάδας» πρωτοεκδόθηκε το 1992 από την Ελληνική Ζωολογική Εταιρεία, ενώ δεκαεπτά χρόνια μετά, επικαιροποιήθηκε και ανανεώθηκε στο πλαίσιο του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Περιβάλλον» 2000-2006.
Είναι πόνημα συνεργασιών με την Ελληνική Ερπετολογική Εταιρεία, την Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία, το Ινστιτούτο Σπηλαιολογικών Ερευνών Ελλάδας και το WWF Ελλάς, που είχε και τον συντονισμό του προγράμματος και έφερε εις πέρας η Παναγιώτα Μαραγκού.
Στόχος του, όπως χαρακτηριστικά γράφει ο υπεύθυνος που είχε τον επιστημονικό συντονισμό για λογαριασμό της Ελληνικής Ζωολογικής Εταιρείας, Αναστάσιος Λεγάκις (Πανεπιστήμιο Αθηνών, Ζωολογικό Μουσείο):
«Ο στόχος του “Κόκκινου Βιβλίου των Απειλούμενων Ζώων της Ελλάδας” ήταν να καταγράψει την κατάσταση διατήρησης των ειδών της ελληνικής πανίδας, να ξεχωρίσει τα είδη που απειλούνται με εξαφάνιση και να εντοπίσει, στον βαθμό που αυτό ήταν δυνατόν, τις κυριότερες απειλές και τα πλέον αναγκαία μέτρα για την προστασία και τη διατήρηση αυτών των ειδών. Τα Κόκκινα Βιβλία αποτελούν βασικό εργαλείο στη διαδικασία επιλογής προτεραιοτήτων προστασίας της βιοποικιλότητας και ανάπτυξης προγραμμάτων διατήρησης σε μια χώρα. Είναι μια πλούσια πηγή δεδομένων για τα είδη που αξιολογήθηκαν, τις απειλές που αυτά αντιμετωπίζουν, την οικολογία τους, τις πληθυσμιακές τους τάσεις. Παρέχουν ακόμη πληροφορίες σχετικά με τις δράσεις διατήρησης που υπάρχουν ή απαιτούνται».
Διαβαθμίσεις επικινδυνότητας
Στην κατηγορία κινδύνου ανήκουν τα είδη που έχουν χαρακτηριστεί στο Κόκκινο Βιβλίο ως:
● Κρισίμως Κινδυνεύοντα (είδη, δηλαδή, που αντιμετωπίζουν εξαιρετικά υψηλό κίνδυνο εξαφάνισης από τον φυσικό τους χώρο στο άμεσο μέλλον),
● Κινδυνεύοντα (όσα δεν ανήκουν ακόμη στην πρώτη κατηγορία, αλλά διατρέχουν κι αυτά πολύ υψηλό κίνδυνο) και
● Τρωτά (όσα απειλούνται στο μεσοπρόθεσμο μέλλον από υψηλό κίνδυνο).
Οι υπόλοιπες βαθμίδες κατηγοριοποίησης είναι:
● Εκλιπόντα (extinct) και αφορά αδιαμφισβήτητα εξαφανισμένα είδη, δηλαδή δεν έχει απομείνει ούτε ένα εν ζωή,
● Εκλιπόντα στο φυσικό τους περιβάλλον (extinct in the wild) και αφορά είδη που βρίσκονται σε αιχμαλωσία ή απελευθερωμένα σε περιοχές άλλες της αρχικής τους περιοχής,
● Τοπικά εκλιπόντα (regionally extinct), για τα είδη που έχουν εξαφανιστεί τοπικά και αποτελεί κατηγορία που χρησιμοποιείται σε περιφερειακές ή εθνικές αξιολογήσεις,
● Σχεδόν απειλούμενα (near threatened) και αφορά είδη που δεν απέχουν πολύ από το να πληρούν τις προϋποθέσεις ένταξής τους στις προηγούμενες κατηγορίες στο άμεσο μέλλον.
● Ακολουθούν τα είδη που ανήκουν στις κατηγορίες: Μειωμένου ενδιαφέροντος (least concern), Ανεπαρκώς γνωστά (data deficient) και Μη αξιολογηθέντα (not evaluated) και αντίστοιχα αφορούν είδη ευρέως διαδεδομένα ή είδη για τα οποία δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα αξιολόγησης και είδη που ακόμη δεν έχουν εκτιμηθεί.
Τα είδη που απειλούνται
Ποια θηλαστικά της Ελλάδας κινδυνεύουν με εξαφάνιση;
Εκατόν δεκαπέντε είδη θηλαστικών καταγράφηκαν στον ελλαδικό χώρο, σύμφωνα με «Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλούμενων Ζώων της Ελλάδας».
Αριθμός που χωρίζεται σε είκοσι οκτώ οικογένειες και οκτώ τάξεις: «Ακανθοχοιρόμορφα, Μυγαλόμορφα, Χειρόπτερα, Λαγόμορφα, Τρωκτικά, Σαρκοφάγα, Αρτιοδάκτυλα, Κητώδη».
Είκοσι εννέα είδη του συνολικού πληθυσμού των θηλαστικών της χώρας μας, που αντιστοιχούν σε ποσοστό 25,2%, έχουν ενταχθεί σε μία από τις τρεις κύριες κατηγορίες κινδύνου της IUCN (International Union for Conservation of Nature).
Ο λύγκας (Lynx lynx), η μεσογειακή φώκια (Monachus monachus) και το ελάφι (Cervus elaphus) ανήκουν στην κατηγορία ύψιστου κινδύνου.
Ο κρητικός αίγαγρος (Capraaegagrus cretica), το τσακάλι (Canis aureus), η αρκούδα (Ursus arctos), η βίδρα (Lutra lutra), το πλατώνι (Dama dama), η κρητική μυγαλή (Crocidura zimmermanni) είναι χαρακτηρισμένα ως κρισίμως κινδυνεύοντα.
Στην ίδια κατηγορία εντάχθηκαν τρία από τα δώδεκα είδη κητωδών των ελληνικών θαλασσών και είναι: ο φυσητήρας (Physeter macrocephalus), η φώκαινα (Phocoena phocoena) και το κοινό δελφίνι (Delphinus delphis).
Ως τρωτά αναφέρονται το ζωνοδέλφινο (Stenella coeruleoalba) και το ρινοδέλφινο (Tursiops truncatus).
Ποια ζώα δεν θα ξαναντικρίσουμε ποτέ;
Ο φραγκολίνος είναι ένα είδος πουλιού που πλέον λογίζεται ως εξαφανισμένος από τον ελληνικό ουρανό.
Ο γουλιανός, ο ρινογωβιός, ο λουρογωβιός, η φεροβελονίτσα, η γελάρτζα είναι πέντε είδη του γλυκού νερού που καταχωρίστηκαν ως τοπικά εξαφανισμένα.
Πώς όμως μπορούν να προστατευτούν από την πολιτεία -όχι μόνο- όσα είδη απειλούνται;
Αν ανακηρυχτούν περιοχές εθνικοί δρυμοί, αισθητικά δάση και εθνικά πάρκα (και θαλάσσια), διατηρητέα μνημεία της φύσης, καταφύγια άγριας ζωής, περιοχές Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς ή περιοχές ενταγμένες στο Ευρωπαϊκό Δίκτυο Natura 2000.
Και φυσικά, όλα τα νομοθετήματα, για να αποδώσουν καρπούς, χρειάζεται σεβασμός.
Χρειάζεται να δείξουμε σεβασμό και φροντίδα αυτού που μας φροντίζει, που ανήκει στην οικογένειά μας, μας τρέφει, μας ανασταίνει και μας τροφοδοτεί με πλείστα αγαθά.
Που δεν είναι κάτι ξένο, αλλά η φύση γύρω μας. Ας κάνουμε μια προσπάθεια.
