Αλς, πόντος, θάλασσα. Ενα χέρι γράφει τις λέξεις αυτές στα ελληνικά στον πίνακα. Το χέρι μιας θελκτικής, ερωτικής, νέας γυναίκας που διδάσκει αρχαία ελληνικά σε μια τάξη άτακτων αγοριών, που μοιάζουν μαγεμένα μάλλον από τις γραμμές του κορμιού της παρά από το μάθημα.
Δεν πρόκειται για ένα επιχείρημα υπέρ ή κατά των αρχαίων. Αλλά για το μάθημα που κάνει η πρωταγωνίστρια του Αλμοδόβαρ στους Ισπανούς μαθητές της και στον θεατή της ταινίας «Χουλιέτα» για την Οδύσσεια.
Αλς, πόντος, θάλασσα. Οι τρεις αυτές λέξεις συνοψίζουν την περιπλάνηση του Οδυσσέα και την απόφασή του να μην τελειώσει το ταξίδι του στο νησί της Καλυψώς, της πανέμορφης θεάς που ήθελε να τον κρατήσει εκεί και να τον κάνει αθάνατο, αλλά να διαλέξει, αντί να χαρεί την ομορφιά της και την αθανασία που εκείνη θα του χάριζε, να ξαναβγεί στον πόντο, την ανοιχτή δηλαδή θάλασσα, μέχρι να βρει και πάλι την Ιθάκη.
–Και σαν ποια φαντάζεστε την όμορφη Καλυψώ, παιδιά μου; ρωτάει η Χουλιέτα.
–Σαν και σας, κυρία, απαντά ο πιο τολμηρός από τους μαθητές της για να συμβιβαστεί και να δεχτεί, όταν η όμορφη δασκάλα του τον αποπαίρνει αυστηρά αλλά και φιλικά, ότι εν πάση περιπτώσει μπορεί να μοιάζει και με την… Κιμ Μπάσιντζερ.
Σε κάθε άξιο έργο τέχνης –και η ταινία για την οποία μιλάμε είναι ένα άξιο έργο τέχνης- κάθε μουσική φράση, κάθε πινελιά, κάθε φωτογραφία ή κάθε λέξη έρχεται ξανά και ξανά, ίδια και διαφορετική, κάθε φορά πιο πλούσια σε ποιότητες.
Η Χουλιέτα, εποχική αναπληρώτρια καθηγήτρια Αρχαίων Ελληνικών, θα χάσει σαν την ωραία Καλυψώ τον Οδυσσέα της: έναν πανέμορφο ψαρά, τον άντρα της, που θα τον πάρει και θα τον πνίξει η φουρτουνιασμένη θάλασσα κάπου κοντά στις ισπανικές ακτές. Τα υπόλοιπα θα κυλήσουν στον ρυθμό μιας υπόγειας ή μάλλον υποβρύχιας τραγωδίας, επιφανειακά ήπιας και γι’ αυτό πιο ξεσκιστικής.
Αλς, πόντος, θάλασσα. Οι τρεις αυτές λέξεις ξύπνησαν μέσα μου τον καημό για την τυραννισμένη γλώσσα και την τυραννισμένη παιδεία μας.
Γλώσσα που φοβόμαστε, ντρεπόμαστε να κοιτάξουμε το βάθος της, την ομορφιά της, μέχρι που θα έρθει κάποιος Αλμοδόβαρ, που δεν ντρέπεται να μιλήσει για τους έρωτές του, τον Λόρκα, τον Τενεσί Γουίλιαμς, τον Ομηρο, και να μας θυμίσει αυτά που κάποιοι δεν τολμούν να θυμηθούν, αυτά που αποδιώχνουν γιατί φοβούνται μήπως τους βαρύνουν και τους κάνουν να βουλιάξουν, όπως οι μεγάλες πέτρες έκαναν να βουλιάξει –πού άραγε, μήπως σε μια θάλασσα λήθης και άρνησης;- το πρόσωπο που, όπως μας λέει ο Σεφέρης, δεν άντεχε πια να τις σηκώνει.
Παιδεία: πολύτιμο, αν και ξεφτισμένο, πανωφόρι που το τυραννούμε μπαλώνοντας και ξεμπαλώνοντάς το, βουλώνοντας τις όλο και πιο πολλές τρύπες του με κουρέλια που τόσα και τόσα χρόνια τώρα τα λέμε μεταρρυθμίσεις.
Χωρίς να μπορούμε να πείσουμε ούτε τους άλλους ούτε τους εαυτούς μας, χωρίς να μπορούμε να ζεστάνουμε το κορμί και την ψυχή των μαθητών που υποφέρουν όταν φυσά ο άνεμος των παγερών, τάχατε «μεταρρυθμιστικών», ιδεολογημάτων και των προσχηματικών «διαλόγων» που απειλούν να μας πάνε σε χωρίς ορίζοντα διαδρομές.
Παιδεία που νομίζουμε ότι μπορεί να σταθεί με κάποια ακόμη τεχνάσματα και όχι με τα μόνα όπλα που μπορεί, σαν την ομηρική Καλυψώ και σαν τη Χουλιέτα του Αλμοδόβαρ, να έχει ο άνθρωπος, ο δάσκαλος.
Συγκίνηση και ομορφιά που, έστω και δύσκολα και επώδυνα, με απώλειες και κέρδη, οδηγούν στη γνώση. Γνώση που δεν μπορεί παρά να είναι και τραγική. Ιδιαίτερα σήμερα που τα πελάγη μας απειλούνται και πάλι από το τερατώδες του πολέμου.
