Πρωτοποριακός και τολμηρός ζωγράφος, αγαπητός δάσκαλος, ανήσυχος στοχαστής με το βλέμμα πάντα στραμμένο στην κοινωνία, ο Γιάννης Ψυχοπαίδης έκλεισε σε ένα βιβλίο 18 μικρά κείμενα δημοσιευμένα τα περισσότερα σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες τα τελευταία χρόνια. 18 διαμαντάκια καλλιτεχνικού ήθους, που με αφετηρία προσωπικές προσλαμβάνουσες αγγίζουν τη συλλογική μνήμη.
Τα «Ημερολόγια της φωτιάς» (εκδ. Κέδρος) αποτυπώνουν τη βαθιά αίσθηση και συναίσθηση της ποιητικής συνάφειας του Γιάννη Ψυχοπαίδη με τον ευρωπαϊκό πολιτισμό, την ελληνική καλλιτεχνική παράδοση και το τοπίο μας. Και αναδεικνύουν με γνώση και με ευαισθησία την βαθύτερη ευθύνη του δημιουργού απέναντι στην κοινωνία και στο περιβάλλον που τον ενέπνευσαν.

Εναυσμα για την έκδοση υπήρξε η μεγάλη πυρκαγιά τον Αύγουστο του 2007 στην Αρχαία Ολυμπία, που έκαψε το δάσος, «περπάτησε στον αρχαιολογικό χώρο, χάιδεψε το Μουσείο» και κυνήγησε τους θεούς, που δεν μπορούν να στεριώσουν πια εδώ, «διωγμένοι από την ανθρώπινη ύβρι», όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο ομ. καθηγητής της Καλών Τεχνών στο κείμενό του «Εικαστική αντιπυρική προστασία».
«Μετά τις πυρκαγιές στην Αρχαία Ολυμπία -αυτό τον τραγικό συμβολισμό της καταστροφής του Πολιτισμού, αλλά και τις ευρύτερες περιβαλλοντικές καταστροφές και τα εγκλήματα μέχρι και σήμερα σ’ όλη την υπόλοιπη Ελλάδα- είναι διάχυτη η αίσθηση ότι βρισκόμαστε στο χαμηλότερο σημείο, ότι κατορθώσαμε τελικά να πραγματοποιήσουμε το αδιανόητο.
»Το πολιτικό προσωπικό των κομμάτων εξουσίας δούλεψε συστηματικά από τη Μεταπολίτευση μέχρι σήμερα στην κατεύθυνση της διάλυσης της κοινωνικής συνοχής. Ευθύνες στους πολίτες, πολύ βαριές ευθύνες όμως κυρίως στους πολιτικούς διαχειριστές του φυσικού και πνευματικού πλούτου της χώρας. Χωρίς κτηματολόγια, δασολόγια, χάρτες και πλαίσια καλλιεργήθηκε και έγινε δυνατή η καταστροφική αυθαιρεσία και η εγκληματική “χαλάρωση” που οδήγησαν σ’ αυτήν την προβλέψιμη ύβρι […].
»Ομως ο πολιτισμός έχει ξεμείνει κι αυτός χωρίς κτηματολόγια και δασολόγια και η νεαρή τέχνη θυμάται τις ευθύνες της και αναζητά τους δικούς της δασικούς χάρτες, κομίζοντας την ανάγκη μιας νέας συλλογικής συνείδησης και γεννώντας νέους καλλιτεχνικούς και κοινωνικούς στοχασμούς αναφορικά με την πολιτική για τη φύση και τη φύση της πολιτικής […]
»Για τη νεαρή τέχνη ο άνεμος που φυσά το καμένο αυτό τοπίο δεν μπορεί να είναι ένας άνεμος στοχαστικής περισυλλογής, αλλά και επίπονης προσπάθειας και αγώνα να γνωρίσει καλύτερα τον κόσμο γύρω της και τα εργαλεία της δουλειάς της.
Στις σημερινές συνθήκες προγραμματισμένου διανοητικού ευνουχισμού και βομβαρδισμού με πνευματικά απορρίμματα, θα ‘ταν καλό η αγωνία της να ‘ναι η αγωνία ενός αγωνιστή και όχι ενός αναχωρητή. Και η αγωνία ενός καλλιτέχνη συνυπεύθυνου συνοδοιπόρου και συναυτουργού είναι να αναζητά τη σταθερή συνάφεια του καλλιτεχνικού έργου με τον ζωντανό κόσμο γύρω του και την ηθική, κοινωνική και πολιτική του έκφραση».
Σε άλλο γραπτό του ο Γιάννης Ψυχοπαίδης σκιαγραφεί τα πορτρέτα των Βάλια Σεμερτζίδη και Ρενάτο Γκουτούζο, «ο Ελληνας και ο Ιταλός ζωγράφος, που με το έργο τους άφησαν βαθιά σημάδια στην πορεία του μαχόμενου μεταπολεμικού ρεαλισμού».
Ταξιδεύει στην αγαπημένη του Κεφαλονιά, στα Μεταξάτα, όπου ο λόρδος Βύρων είχε εγκατασταθεί για τέσσερις μήνες, τον Αύγουστο του 1823 «παλεύοντας με την ηθική του συνείδηση, την ιδεαλιστική του διάθεση, τη ρομαντική του φύση και την επαναστατική του ορμή».
Ανατρέχει στη δεκαετία του ’60, οπότε «γεννήθηκαν φιλίες, ουτοπίες και ψευδαισθήσεις, προκλήθηκαν μέσα μας τριγμοί για τα αυτονόητα, ακούστηκαν αιρετικές φωνές και προκλητικά παραμερίστηκαν κούφιες δοξασίες, καλλιεργήθηκε η νεανική χειραφέτησή μας, δεμένη με το αίσθημα ενός πολύτιμου πληθυντικού αριθμού».
Στέκεται σε σπουδαίες μορφές της ποίησης, όπως ο Κάλβος, ο Σολωμός, ο Σεφέρης, ο Καβάφης, ο Ρίτσος, τους οποίους έχει ζωγραφίσει και αποτέλεσαν για τον ίδιο «φώτα πορείας». Τρία κείμενά του είναι αφιερωμένα σε νέους δημιουργούς, την Ντένη Θεοχαράκη, τον Βασίλη Παφίλη και τον Αλέξανδρο Βέργη. Και ο Γ. Ψυχοπαίδης κλείνει με τις «πολαρόιντ» του και με σημειώσεις από μια έκθεσή του στο Βερολίνο το 2012 στο εξομολογητικό κείμενο «Πατριδογνωσία/Πατριδο-Πληγή».
