Η ιστορία της Ευρώπης, αλλά και η σημερινή εικόνα της βρίσκονται σε άμεση συνάρτηση με μία μακραίωνη διεργασία, η οποία έχει τις απαρχές της στις ελληνικές πόλεις-κράτη. Τότε, προ Χριστού και προ προ χριστιανισμού, η λέξη «αμαρτία» αφενός υπήρχε, αφετέρου σήμαινε την απομάκρυνση από τον στόχο σου.
Τα χρόνια περάσανε, ήρθαν οι βάρβαροι (Γότθοι, Βησιγότθοι, Οστρογότθοι και λοιπά γερμανικά φύλα) και μπήκαμε στον Μεσαίωνα, όπου ξεχάστηκαν και τα αρχαιοελληνικά ιδεώδη και το ρωμαϊκό δίκαιο και η αστική συμπεριφορά. Ολη η κληρονομιά της ελληνορωμαϊκής περιόδου εγκαταλείφθηκε ολοσχερώς και η νέα κοινωνικοπολιτική και οικονομική πραγματικότητα που διαμορφώθηκε ήταν πλήρως οπισθοδρομική.
Σύμφωνα με την κοινωνική ιεραρχία του Μεσαίωνα, υπήρχαν αυτοί που πολεμούσαν (οι ιππότες), αυτοί που προσεύχονταν (οι παπάδες) και αυτοί που δούλευαν. Οι τελευταίοι ήταν ή δούλοι ή δουλοπάροικοι, θεωρούνταν πολίτες κατώτερης κατηγορίας και… οι μόνοι ρέποντες προς αμαρτίαν! Εξ ου και τα συγχωροχάρτια που μοσχοπωλούνταν, καθώς δεν υπήρχε άλλο αστικό δίκαιο.
Ούτως ή άλλως, οι θεσμοί του ρωμαϊκού δικαίου, η υποταγή του ατόμου στο σύνολο και η κρατική μέριμνα δεν είχαν καμία (μα καμία!) απήχηση στον φεουδάρχη ή τον «βάρβαρο» βασιλιά της εποχής. Εσφαλες σήμαινε δεν δούλεψες αρκετά. Δεν δούλεψες αρκετά σήμαινε αμάρτησες. Αμάρτησες σήμαινε πας κατευθείαν στην κόλαση. Η πλήρης διαστρέβλωση της αρχαιοελληνικής έννοιας.
Πηδώντας μερικούς αιώνες, φτάνουμε στον 20ό. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, για να συμμαζέψουν τα ασυμμάζευτα, οι κυβερνώντες ξαναγύρισαν στη φιλοσοφία του Κέινς (αχ βρε κατακαημένε Τσακαλώτε) και αποκάλυψαν ένα νέο είδος ανθρώπου, τον «homo economicus», φέροντα μία έγνοια και μόνη: τη μεγιστοποίηση του κέρδους και τη μείωση του κόστους. Στις μεταπολεμικές δεκαετίες, «αμαρτωλός» ήταν αυτός που ξέφευγε από την αλυσίδα παραγωγής και αυτονομούνταν.
Τις «αμαρτίες» του δεν τις πλήρωνε στην άλλη ζωή αλλά σε αυτή, την κανονική κανονικότατη, καθώς εξοβελιζόταν από το κοινωνικό σύνολο, περιθωριοποιούνταν ή όδευε προς απόσυρση, ως «σκουριασμένο γρανάζι» (για να θυμηθούμε και τους «Μοντέρνους Καιρούς» του Τσάπλιν, που αυτήν ακριβώς την πραγματικότητα στηλίτευαν).
Στις δεκαετίες που ακολούθησαν, άλλαξαν κάπως τα πράγματα, ωστόσο από το ’90 και μετά σταθεροποιήθηκαν και πλέον «αναμάρτητος» είναι αυτός που τοποθετεί το οικονομικό συμφέρον πάνω από οτιδήποτε άλλο (οτιδήποτε, όμως!), υιοθετεί εγωκεντρικές συμπεριφορές, οι οποίες αγνοούν πλήρως τον πλησίον και αναπτύσσουν, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, τη δική τους βαρβαρότητα.
Πλέον, η λέξη «βάρβαρος» γίνεται συνώνυμο του «προοδευτισμού» και η λέξη «αμαρτία» χαρακτηρίζει όποιον εξοκείλει από το μόνο αποδεκτό παγκοσμιοποιημένο πρότυπο διαβίωσης και σκέψης. «Εγώ» – καλό, «εμείς» (οι πάντες όμως, όχι μόνο η κλίκα μας) – αμαρτία.
Πριν από λίγες μέρες, ο Μοσκοβισί, διαβεβαιώνοντας πως πήραν την απόφαση να μας δώσουν τη δόση, συμπλήρωσε: «Εργαζόμαστε σοβαρά και με θετικό τρόπο για να λύσουμε τα όποια προβλήματα υπάρχουν». Στη φράση αυτή ενσταλάζεται η ουσία όλης της παραπάνω ανάλυσης: όταν οι της Ευρώπης μιλάνε για «λύση», εμείς νιώθουμε «πρόβλημα».
Και όπου αυτοί μιλούν για «πρόβλημα», για εμάς θα ήταν «λύση». «Πρόβλημα» για τους Ευρωπαίους, κυρίως για την πλευρά Σόιμπλε, είναι η κατάργηση ακόμη και του κατ’ επίφαση κοινωνικού κράτους, που συνιστά την ίδια στιγμή «λύση» για εμάς.
Οσες αναφορές κι αν κάνει ο Τσακαλώτος στον Κέινς, όσο κι αν αντιπαραβάλει «αιτήματα μιας πιο δημοκρατικής και κοινωνικής Ευρώπης έναντι της υποταγής στο δόγμα της λιτότητας» (αυτά είπε στο προχθεσινό Brussels Economic Forum), οι ιδεολογικοί του αντίπαλοι έχουν κατασταλαγμένες απόψεις.
Κατασταλαγμένες σε βάθος χρόνου… όχι μιας εβδομάδας ή έξι χρόνων κρίσης, αλλά πάνω από μισό αιώνα! Από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά… Και μετά απ’ αυτό το «μετά» έπεται αναπόφευκτα το ερώτημα: Τι αμαρτωλός είσαι;
Οχι «πόσο», αλλά «τι». Αρχαίος, μεσαιωνικός, μεταπολεμικός, κεϊνσιανικός ή σύγχρονος ευρωπαϊκός; Για να ξέρουμε κι εμείς, τέλος πάντων, σε ποιον «άγιο» να ταχτούμε.
