Εξαρχής θα πρέπει να τονισθεί ότι ποτέ στην ιστορική εξέλιξη της κοινωνίας μας μετά τον πόλεμο (και πιο συγκεκριμένα μετά τη λήξη της εμφύλιας σύρραξης το έτος 1949) δεν προσδιορίσθηκαν οι πολιτικές συνθήκες με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο, ώστε να δημιουργηθεί επιτέλους ένα ενιαίο μέτωπο προοδευτικής κυβερνητικής πλειοψηφίας, η οποία να αντιστοιχεί στην κοινωνική βάση.
Βρισκόμαστε σ’ αυτήν ακριβώς την ιστορική στιγμή, η οποία κατά τους φιλοσόφους της Ιστορίας είναι και μοναδική και ανεπανάληπτη. Ολες οι επονομαζόμενες προοδευτικές πολιτικές και κομματικές δυνάμεις καλούνται να αναλάβουν τις κοινοβουλευτικές ευθύνες τους.
Δεν μπορεί, εννοείται, σ’ ένα κοινοβουλευτικό και αντιπροσωπευτικό καθεστώς να υφίσταται ένα περίσσευμα εδρών, 50 τον αριθμό. Το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: Οι αντιπρόσωποι αυτοί σε ποια κλίμακα εκλεκτόρων αντιστοιχούν; Και ακόμη περαιτέρω, μπορούν οι σχεδιασμοί του εκλογικού νόμου να «μεταφράζουν» τη βούληση του εκλογικού σώματος κατά το δοκούν;
Τα ερωτήματα που τίθενται είναι και πολλά και πολύπλοκα και γι’ αυτό χρειάζεται όλοι μας, και πολίτες (δηλαδή εμείς οι εκλέκτορες) και οι πολιτικοί (δηλαδή οι αντιπρόσωποί μας), να αναστοχασθούμε πάνω στο σχέδιο νόμου που προωθεί η κυβερνητική πλειοψηφία σχετικά με τον εκλογικό νόμο. Η πρώτιστη αρχή ανάγεται σ’ αυτό που ονομάζεται «ισοτιμία της ψήφου» και μπορούν οι φίλοι συνταγματολόγοι να επιχειρηματολογούν σχετικώς με πολλές θέσεις και απόψεις.
Από τη σκοπιά της πολιτικής φιλοσοφίας μάς ενδιαφέρει να τονίσουμε τα εξής δύο σημεία: πρώτον, η οικονομική και υπαρξιακή κρίση της ελληνικής κοινωνίας συνδέεται οπωσδήποτε με την εφαρμογή των τεχνοκρατικών «μνημονίων», τα οποία ως προγράμματα αποδεικνύονται αναποτελεσματικά, αλλά τελικά αποδεικνύεται ότι έχει να κάνει πρωτίστως με την κρίση αντιπροσώπευσης, την οποία η ίδια η κοινωνία μας, ως πολιτική κοινωνία, βιώνει.
Οι σημερινές κομματικές συλλογικότητες δεν είναι κόμματα με την «έννοια» του όρου σε μία κοινοβουλευτική δημοκρατία.
Δεύτερον, η πολιτική πρωτοβουλία του ΣΥΡΙΖΑ να εφαρμοσθεί ο εκλογικός νόμος της απλής αναλογικής (έστω και με τις μερικές ρυθμίσεις του) αποσκοπεί στην αποκατάσταση και τη διόρθωση της κρίσης δημοκρατικής και αντιπροσωπευτικής νομιμοποίησης. Το μείζον ζήτημα της ελληνικής πολιτικής κοινωνίας δεν συνίσταται στην τυπική εναλλαγή κομμάτων, στην άσκηση της κυβερνητικής εξουσίας.
Σ’ αυτή την πολιτική και ιστορική συγκυρία το πρόβλημα του τόπου μας δεν είναι να έρθει στην εξουσία η Νέα Δημοκρατία του Μητσοτάκη. Το πραγματικό πολιτικό πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας είναι να συγκροτηθεί η κοινωνία μας ως πολιτική κοινωνία μέσω της αρχής της αντιπροσώπευσης.
Το προωθούμενο σχέδιο εκλογικού νόμου στοχεύει στην «αποκατάσταση» της αντιπροσωπευτικής νομιμότητας. Αυτό θα πρέπει επιτέλους να το καταλάβουν (εάν το επιτρέπει ο γραφειοκρατικός εγκλωβισμός τους) τόσο το ΠΑΣΟΚ όσο και το Ποτάμι.
Μετά, θα πρέπει να περιμένουμε οι πολιτικοί ορίζοντες για την προοδευτική διακυβέρνηση στην ελληνική πολιτική κοινωνία να είναι ανοιχτοί. Στην επικείμενη συζήτηση και διαβούλευση στη Βουλή όλοι εμείς οι πολίτες περιμένουμε από τα κόμματα του δημοκρατικού τόξου να υπερψηφίσουν την κατάργηση των 50 εδρών που δεν αντιστοιχούν σε καμία βάση αντιπροσωπευτικής σχέσης.
Ως σύνοψη στις αναλύσεις μας θα πρέπει να τονισθεί το εξής: σε κάθε κοινωνία η εκάστοτε συγκυρία κρίνεται και με τα συγκεκριμένα δεδομένα και με τις πραγματολογικές δυνατότητες εφαρμογής των ιδεών.
Επειδή οι «ιδέες» δεν ανήκουν στην αιωνιότητα, αλλά γεννιούνται στην εκάστοτε εποχή τους και κοινωνία τους, έτσι λοιπόν και σ’ αυτή τη συγκυρία της απλής αναλογικής, την οποία προτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ. Και καλούνται όλα τα κόμματα τα οποία αυτοπροσδιορίζονται ως κόμματα του Κέντρου και ως κόμματα της Αριστεράς να την ψηφίσουν.
Με την ψήφο τους καταθέτουν την πολιτική βούλησή τους, επαναλαμβάνω, να αποκατασταθεί η αντιπροσωπευτική νομιμότητα στη δημοκρατία μας και να διαμορφώσουμε τις κοινοβουλευτικές συνθήκες για την πολιτική προοδευτική διακυβέρνηση κατά την επόμενη δεκαετία.
*καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης
