Μια παράξενη χαρμολύπη με τυλίγει σήμερα, καθώς γράφω Παρασκευή απόγευμα αυτές τις λίγες γραμμές. Απ’ τη μια χαίρομαι, γιατί αυτή η νεοφιλελεύθερη σφηκοφωλιά των αφεντικών και των παρατρεχάμενων, που έχει εδώ και χρόνια μετατρέψει σε εφιάλτη το όνειρο της «Ευρώπης των λαών», δέχτηκε με το Brexit ένα βαρύ, ίσως ακόμη και θανάσιμο πλήγμα.
Από την άλλη όμως τρομάζω, γιατί αυτό το σβουριχτό χαστούκι στην ευρω-γραφειοκρατία των Δυνατών δεν το κατάφερε η Αριστερά, με τα πάντα επίκαιρα προτάγματά της για ισότητα, αναδιανομή και κοινωνική δικαιοσύνη, αλλά η αποκρουστική, ξενοφοβική Ακροδεξιά, που κατάφερε για πολλοστή φορά στην Ιστορία να πείσει με τις μισαλλόδοξες κραυγές της μεγάλα τμήματα της εργατικής τάξης να στραφούν κόντρα στα πραγματικά τους ταξικά συμφέροντα.
Ο Πολ Μέισον, ο γνωστός Βρετανός δημοσιογράφος που ασχολήθηκε εκτενώς και με το ελληνικό δράμα του 2015, τα είπε όλα σε ένα άρθρο του στον Guardian, τρεις μέρες πριν από το δημοψήφισμα, χαρακτηρίζοντας την καμπάνια υπέρ της αποχώρησης «a fake revolt of the underclass» – μια ψεύτικη εξέγερση της κατώτερης τάξης.
Η διαφορά ανάμεσα στις πραγματικές και τις ψεύτικες εξεγέρσεις, λέει ο Μέισον, είναι ότι στις αληθινές δεν ηγείται η ελίτ. Αντίθετα, στους αληθινούς ξεσηκωμούς οι πλούσιοι και ισχυροί παίρνουν τα βουνά πανικόβλητοι για να γλιτώσουν το κεφάλι τους – χώρια που δεν υποστηρίζονται από κίτρινες φυλλάδες σαν τη Sun και την Daily Mail…
«Στο δημοψήφισμα για το Brexit είδαμε τι συμβαίνει όταν η κουλτούρα της εργατικής τάξης πέφτει θύμα πειρατείας. (…) Σε πολλές εργατικές γειτονιές, ο κόσμος ετοιμάζεται να ψηφίσει “φεύγουμε” όχι μόνο για να πει με τον τρόπο του στη νεοφιλελεύθερη άρχουσα τάξη να πάει να πηδηχτεί. Οι άνθρωποι θέλουν ακόμα να “τη σπάσουν” στους φιλελεύθερους, μορφωμένους, πρωτευουσιάνους μισθωτούς υπαλλήλους της μεσαίας τάξης. (…)
»Ας αναγνωρίσουμε το πρόβλημα: οι άνθρωποι της εργατικής τάξης βλέπουν τους μισθούς τους να έχουν πιάσει πάτο, τους εργοδότες τους να τους αντιμετωπίζουν σαν σκουπίδια, τους εμπορικούς δρόμους των πόλεών τους γεμάτους από κλειστά μαγαζιά, τα παιδιά τους να μην έχουν αρκετά λεφτά για να φτιάξουν δικά τους σπιτικά, τους δασκάλους στα σχολεία να λιγοστεύουν, τις ουρές στα νοσοκομεία να μεγαλώνουν».
Εχουν δίκιο, λέει, να ανησυχούν για τις συνέπειες της μετανάστευσης στις δουλειές τους, αλλά και στον τρόπο ζωής τους:
«Αλλά ένα Brexit υπό την ηγεσία του UKIP και της δεξιάς πτέρυγας των Τόρις δεν πρόκειται να καλυτερέψει κάτι από τα παραπάνω, θα τα χειροτερέψει.
Δείτε τους επικεφαλής του Brexit: Φάρατζ, Χάμιλτον, Τζόνσον, Γκόουβ – άνθρωποι που πολέμησαν όλη τους τη ζωή για έναν σκοπό, την ενίσχυση των αφεντικών και την αποδυνάμωση των εργαζομένων. Πολλοί εξ αυτών θέλουν να ιδιωτικοποιήσουν το Εθνικό Σύστημα Υγείας. (…) Μιλάνε για αμφισβήτηση της ελίτ, ενώ αυτοί οι ίδιοι είναι η ελίτ»!
Μα είναι και κάτι πιο βαθύ, που με λερώνει: σ’ ένα παλαιότερο κείμενό μου, για το μεταναστευτικό, είχα αναφερθεί εκτενώς στο βιβλίο του Βρετανού ιστορικού Μαρκ Μαζάουερ «Σκοτεινή Ηπειρος» και στη βασική του θέση – ότι δηλαδή το κυρίαρχο αφήγημα, ο «μοχλός» που τελικά κίνησε την ευρωπαϊκή Ιστορία στον ματοβαμμένο εικοστό αιώνα, γράφοντας τις πιο μαύρες σελίδες της, δεν ήταν η πάλη των τάξεων, ο σοσιαλισμός, αλλά η πάλη μεταξύ των «εκλεκτών» φυλών, ο εθνικισμός.
Αυτή η αίσθηση του «περιούσιου λαού», του «εθνικού πεπρωμένου» και μεγαλείου, λοιπόν, όχι μόνο δεν πέθανε στα χαρακώματα δυο ευρωπαϊκών πολέμων που έγιναν Παγκόσμιοι, αλλά ζει και βασιλεύει.
Και είναι αυτή η αίσθηση που οδηγεί εκατομμύρια φουκαράδες Εγγλέζους μικροαστούς να ξεθάψουν τα λάβαρα του Αγίου Γεωργίου, που πυκνώνει τις τάξεις και φουσκώνει τα πανιά του γαλλικού Εθνικού Μετώπου, του ουγγρικού Γιόμπικ, των Αυστριακών «Ελεύθερων», της ιταλικής Λέγκας, της δικής μας φαιάς Χρυσής Αυγής, και ίσως μεθαύριο κάνει πρόεδρο των ΗΠΑ τον επικίνδυνο ακροδεξιό Ντόναλντ Τραμπ…
