Ο πρωθυπουργός επανέφερε χθες, με την ευκαιρία των εκδηλώσεων για το ολοκαύτωμα του Κομμένου της Αρτας, το ζήτημα των γερμανικών οφειλών.
Της υποχρέωσης δηλαδή της Γερμανίας να καταβάλει στη χώρα μας το κατοχικό δάνειο και τις πολεμικές επανορθώσεις – με συνυπολογισμό των τόκων που προκύπτουν ύστερα από 72 χρόνια.
Αναμφίβολα, στην τοποθέτηση του πρωθυπουργού υπάρχει μια πολιτική σκοπιμότητα και μια πολιτική στόχευση.
Η πολιτική σκοπιμότητα έγκειται στο γεγονός ότι η κυβέρνηση δεν είναι διατεθειμένη να αποδεσμευτεί από το θέμα αυτών των διεκδικήσεων και να το αφήσει στα χέρια άλλων πολιτικών δυνάμεων.
Πρόκειται για ένα αίτημα ταυτισμένο με τη μεταπολεμική Ιστορία της Αριστεράς, το οποίο συχνά αποσιωπήθηκε και πέρασε σε δεύτερη μοίρα, αλλά ουδέποτε τόλμησε να το αμφισβητήσει ελληνική κυβέρνηση – οποιασδήποτε αποχρώσεως.
Η πολιτική στόχευση έχει να κάνει με τα επερχόμενα.
Με την έλευση του φθινοπώρου αρχίζουν επισήμως οι διαπραγματεύσεις για τη δεύτερη αξιολόγηση, ενώ ούτως ή άλλως στο τραπέζι θα τεθεί και το ζήτημα της διευθέτησης του ελληνικού χρέους.
Στο πλαίσιο αυτό η ελληνική πλευρά –επαναφέροντας το ζήτημα των γερμανικών οφειλών– δηλώνει στους δανειστές ότι δεν προσέρχεται να διαπραγματευτεί ως επαίτης αλλά ως διεκδικητής δίκαιων αιτημάτων.
Πολλές φορές στο παρελθόν, αλλά και πρόσφατα, η κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός έχουν υπογραμμίσει τον ευνοϊκό τρόπο με τον οποίο διευθετήθηκε, μεταπολεμικά, το γερμανικό χρέος.
Αυτό συνιστά μια διεκδίκηση για ανάλογη συμπεριφορά των δανειστών έναντι της Ελλάδος.
Αν σ’ αυτό το αίτημα προστεθεί κι εκείνο της διεκδίκησης των πολεμικών οφειλών της Γερμανίας προς τη χώρα μας, αμέσως αποκαλύπτεται η ελληνική στρατηγική ενόψει των διαπραγματεύσεων του φθινοπώρου με τους δανειστές.
Η κύρια στόχευση της ελληνικής πλευράς είναι το Βερολίνο, καθώς από εκεί ξεκινούν η επιβολή της νεοφιλελεύθερης πολιτικής των μνημονίων σε βάρος της Ελλάδας και τα εμπόδια για την άμεση διευθέτηση του ελληνικού χρέους.
Υπό αυτή την έννοια, η κυβέρνηση ορθώς επιδιώκει –προβάλλοντας διεκδικήσεις που στοχεύουν στο Βερολίνο– να μειώσει, στις προσεχείς διαπραγματεύσεις, την εις βάρος μας γερμανική πίεση.
Θα της βγει αυτή η κίνηση; Πολύ σύντομα θα μάθουμε.
