Ας όψονται οι αργίες του Αγίου Πνεύματος που επιτρέπουν να ξεκουνηθούμε κομμάτι απ’ το αποστειρωμένο περιβάλλον της εφημερίδας, να βγούμε λίγο παραέξω βρε αδελφέ, να δούμε και να γράψουμε για πτυχές της καθημερινότητας απείρως ελκυστικότερες από τα χαΐρια και τις πομπές δημοσίων ανδρών μνημονιακής κοπής. Νωρίς το απόγευμα της Παρασκευής, λοιπόν, κατηφόρισα την Πειραιώς να θαυμάσω τις πτυχιακές εργασίες των φοιτητών της Καλών Τεχνών. Η ευρύχωρη αίθουσα του ισογείου πλημμύριζε από το ταλέντο, τη φαντασία και τις πρωτοποριακές ιδέες των εκκολαπτόμενων εικαστικών. Η υψιπετής δουλειά της Μαρίας Κώτσου στον ημιώροφο αιχμαλώτισε εξαρχής ματιά και ψυχή.
Ντεκόρ αναπάντεχα σε υποδέχονται προτού ακόμη πατήσεις στο κεφαλόσκαλο. Στον τοίχο προβάλλονται αρχετυπικά παιχνίδια μνήμης: ένα χέρι προσπαθεί να βάλει στο σωστό τετράγωνο της σκακιέρας υφαντά μαξιλάρια μινιατούρες, καθοδηγητικά μοτίβα κεντημένα με ανεξίτηλα χρώματα. Κατά μήκος του διαδρόμου κρέμονται λευκά νήματα σ’ ένα εξιδανικευμένο παραλληλεπίπεδο με προσωπογραφίες προσφιλών ατόμων στις απολήξεις τους. Κάποιες στο ύψος της κεφαλής, ορισμένες στης μέσης και άλλες γερμένες στο πάτωμα. Τραγική κορύφωση ο θάνατος της γιαγιάς Μαϊντανορήνης. Ονομαστή υφάντρα κατέστρεψε τα πνευμόνια της, εισπνέοντας επί δεκαετίες το χνούδι του μαλλιού.
Τώρα κάθεται στο κατώφλι αρχοντική, δίπλα στη γριά μάνα της. Στον θώρακα πάνω στο σκούρο φουστάνι ανθίζουν κεντίδια απαράμιλλης, προαιώνιας μαστοριάς. Εκτείνονται βαθμηδόν σ’ ολόκληρο το κορμί, ώσπου ένας σκοτεινός καμβάς υπογραμμίζει τη διά παντός απουσία της. Αιφνιδιασμένος φτάνεις σ’ ένα δωμάτιο φωτισμένο αμυδρά μ’ ένα γλομπάκι νυκτός. Μετέωρο στη μέση το ξύλινο χτένι της κρεβαταριάς (αργαλειού) απ’ όπου απλώνεται ένας αραχνοΰφαντος μίτος σαν δίχτυ. Ενας απόκοσμος, επίκρουστος ήχος συμπληρώνει το σκηνικό. Θαρρείς πως παλεύουν στο ημίφως η αδράνεια με τη σθεναρότητα, το παρελθόν με το μέλλον, η μνήμη με τη λήθη, η ζωή και ο θάνατος. Η Κώτσου αξιοποιεί όλες τις επίσημες και ανεπίσημες καλές τέχνες. Σμίγουν αρμονικά στο έργο της η γλυπτική, η ζωγραφική, η φωτογραφία, το βίντεο, η οπτική οφθαλμαπάτη των κινουμένων σχεδίων, η υφαντική, το κέντημα και εντέλει η μουσική.
Ιππεύει ξέφρενα σ’ έναν ιδεατό, νεωτερικό κόσμο και ταυτοχρόνως μένει ακλόνητη στο βάθρο της παράδοσης, απελευθερώνοντας τις επάλληλες επιστρώσεις του παλίμψηστού της. Αποδεσμεύεται κι η ίδια σ’ αυτήν την εξελικτική πορεία, ξεγυμνώνεται, αποκαλύπτοντας σε κοινή θέα το βάθος του εσωτερικού της κόσμου, την ψυχική τοπογραφία, τόσο της ίδιας και του στενού οικογενειακού της περιβάλλοντος όσο και της γενέτειράς της. Με το σφρίγος του νέου στον Μικρό Ναυτίλο του Ελύτη, παραλαμβάνει «απ’ τους Δίες τον κεραυνό», πιάνει «το ΠΡΕΠΕΙ απ’ το ιώτα και το γδέρνει ίσαμε το πι». Στην τραυματισμένη του επιφάνεια αρμολογεί την πλη-γή της σε μια βιωματική και συγχρόνως λυτρωτική σύνθεση που επιδιώκει να μετατρέψει το προσωπικό σε συλλογικό, το ιδιωτικό σε δημόσιο, το τοπικό σε οικουμενικό. Κατασκευάζει έναν καινοτόμο αργαλειό με όλα του τα εξαρτήματα μεταρσιωμένα σε μια εκστατική υπέρβαση, σ’ ένα πολύτεχνο που ξεχειλίζει Απεράθου.
