Μπορεί να πήρε λίγες εβδομάδες και κάμποσους γύρους διαβουλεύσεων παραπάνω, αλλά είναι πλέον γεγονός: η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε επίσημη προειδοποίηση προς την υπερσυντηρητική κυβέρνηση της Πολωνίας ότι η επίμαχη μεταρρύθμιση για τη λειτουργία του Συνταγματικού Δικαστηρίου της χώρας θέτει σε «συστημικό κίνδυνο» τη θεμελιώδη αρχή της Ε.Ε. για το κράτος δικαίου.
Παρά τον διαφαινόμενο συμβιβασμό από τις υψηλόβαθμες επαφές στο παρά πέντε, το Κολέγιο των 28 Επιτρόπων στις Βρυξέλλες ενέκρινε τελικά και απέστειλε στη Βαρσοβία τη γνωμοδότηση του αντιπροέδρου της Κομισιόν, Φρανς Τίμερμανς, η οποία «καταγράφει με σαφήνεια τα προβλήματα που πρέπει να λυθούν» σχετικά με τη σύνθεση και τον διορισμό ημετέρων δικαστών του 15μελούς Συνταγματικού Δικαστηρίου, καθώς και με τη δημοσίευση κι εφαρμογή των αποφάσεών του – προβλήματα που υπονομεύουν την ανεξαρτησία του σώματος κι έχουν παραλύσει τον θεσμικό του ρόλο να ελέγχει τη συνταγματικότητα του κυβερνητικού έργου.
Είναι η πρώτη φορά που ενεργοποιείται ο μηχανισμός για την αξιολόγηση του κράτους δικαίου σε κάποιο κράτος-μέλος της Ε.Ε., σαφής ένδειξη ότι κλιμακώνεται η πολύμηνη διαμάχη μεταξύ Πολωνίας και Κομισιόν.
Το δεύτερο στάδιο δίνει διορία δύο εβδομάδων στην κυβέρνηση της Μπεάτε Σίντλο να απαντήσει και να προτείνει λύσεις.
«Μια γνωμοδότηση είναι απλά μια γνωμοδότηση και δεν επηρεάζει διόλου τις αποφάσεις που λαμβάνονται στη Βαρσοβία», αντέδρασε χθες η Σίντλο, που είχε συναντηθεί δύο φορές με τον Τίμερμανς τις τελευταίες εβδομάδες και είχε μιλήσει τηλεφωνικά μαζί του την Τρίτη το βράδυ.
Πριν από λίγες μέρες δε ο ισχυρός άντρας της χώρας – ο υπερσυντηρητικός ηγέτης του κυβερνώντος Κόμματος Νόμου και Δικαιοσύνης (PiS) Γιάροσλαβ Κατσίνσκι, που ουσιαστικά κυβερνά από το παρασκήνιο – καταδίκασε ως «κατασκευασμένη» την όλη διαδικασία, η οποία «μπορεί να καταπέσει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ανά πάσα στιγμή».
Ωστόσο και η Επιτροπή της Βενετίας, ο νομικός βραχίονας του Συμβουλίου της Ευρώπης, έκρινε πρόσφατα πως η μεταρρύθμιση παραβιάζει το κράτος δικαίου, τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Μένει να φανεί αν η επιλεκτική ανακίνηση της υπόθεσης έχει πράγματι πολιτική και θεσμική ουσία ή αν έγινε για λόγους επίδειξης δύναμης και επικοινωνιακής τακτικής, ώστε η Κομισιόν να «συνετίσει» την εθνικιστική, ευρωσκεπτικιστική και ολοένα πιο απειθή στις επιταγές των Βρυξελλών κυβέρνηση Σίντλο.
Παρά τη δυσαρέσκεια πάντως και για την άρνηση της Βαρσοβίας να δεχτεί περίπου 7.000 πρόσφυγες στο πλαίσιο του αναλογικού προγράμματος μετεγκατάστασης αιτούντων άσυλο, η Επιτροπή Γιούνκερ δεν δείχνει διατεθειμένη να τραβήξει το σκοινί στα άκρα και να προκαλέσει ρήξη με την Πολωνία (το έκτο μεγαλύτερο κράτος-μέλος της Ε.Ε.) σε μια ιδιαίτερα ταραγμένη συγκυρία για την Ενωση με πλείστα μέτωπα ανοιχτά και πρώτα απ’ όλα το ενδεχόμενο του Brexit.
Παρότι η έσχατη ποινή (ή «πυρηνική βόμβα» για ορισμένους), που εμπεριέχει το άρθρο 7 της Συνθήκης της Λισαβόνας, είναι η αφαίρεση του δικαιώματος ψήφου στα όργανα της Ε.Ε., αυτό το σενάριο είναι απίθανο.
Απαιτεί εξάλλου ομόφωνη απόφαση των «28» και ο -επίσης εθνικιστής κι ευρωσκεπτικιστής- Ούγγρος πρωθυπουργός Βίκτορ Ορμπάν έχει ξεκαθαρίσει πως θα στηρίξει τους Πολωνούς ομοϊδεάτες του.
Ο μηχανισμός αξιολόγησης για την κατάσταση του κράτους δικαίου θεσπίστηκε μόλις το 2014, έπειτα από χρόνια αδυναμίας διαχείρισης μικρότερων ή μεγαλύτερων καταπατήσεων των «δημοκρατικών προτύπων» της Ενωσης από τα κράτη-μέλη, με«ευαγγέλιο» πάντα τις ευρωπαϊκές Συνθήκες που έχουν συνυπογράψει.
Απουσία αυτού του μηχανισμού το 2011, για παράδειγμα, η Κομισιόν είχε ζοριστεί πολύ να πείσει τον Ορμπάν να πάρει πίσω νόμο για τα ουγγρικά ΜΜΕ, που περιόριζε δραστικά την ελευθερία του Τύπου.
Παρότι πάντως με αντίστοιχη νομοθεσία η κυβέρνηση Σίντλο επέβαλε κρατικό έλεγχο στα δημόσια μέσα ενημέρωσης της Πολωνίας, η πρωτοβουλία της αυτή έχει μείνει προς το παρόν στο απυρόβλητο.
