Ακόμα μια «Αντιγόνη» στο Φεστιβάλ Αθηνών, του Ζαν Ανούιγ τώρα, έρχεται στις 21, 22 Ιουλίου στο Rex του Εθνικού Θεάτρου σε σκηνοθεσία της Ελένης Ευθυμίου με πρωταγωνιστές τον Στέλιο Μάινα στον ρόλο του Κρέοντα και τη Βασιλική Τρουφάκου στον ρόλο της Αντιγόνης.
Το άταφο πτώμα του Πολυνείκη χρησιμοποιείται ως μέσο σωφρονισμού των πολιτών από τον Κρέοντα, κυβερνήτη της χώρας. Η Αντιγόνη, παιδί μιας άρρωστης κοινωνίας, εναντιώνεται με το ένστικτο της νιότης στις διαταγές, και θάβει τον νεκρό αδελφό της.
«Στο τέλος, πλάι σε έναν Φρουρό, που έχει ακυρώσει όλα τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά του, κλονίζεται, δεν ξέρει πια γιατί πεθαίνει…», σημειώνει η νεαρή σκηνοθέτρια της παράστασης Ελένη Ευθυμίου.
Ο αμετανόητος Κρέων θα συνεχίσει να κρατάει τα ηνία της πολιτείας, οι Φρουροί θα συνεχίσουν να πίνουν και να παίζουν χαρτιά. Ενα σύγχρονο γηροκομείο, μια κοινωνία που περιμένει να πεθάνει, ένα τραγουδάκι που υμνεί τον ήρωα Ετεοκλή και η φωνή της Αντιγόνης που αντηχεί αέναα μέσα από την αιωνιότητα, φωτίζοντας κάθε φορά νέες όψεις του τραγικού
Τα δίπολα νεότητα-γήρας, ομορφιά-ασχήμια, δύναμη-αδυναμία, δίκαιο-άδικο αντιπαραβάλλονται στην «Αντιγόνη» του Ανούιγ για ν’ αποκαλύψουν μια κοινωνία φοβισμένη, βουλιαγμένη στη διαφθορά. Εργο γραμμένο το 1942, επηρεασμένο από την πολιτική και κοινωνική συνθήκη στη Γαλλία κατά την ιδιόρρυθμη ναζιστική κατοχή. Μέσα σ’ αυτό το υπαινικτικό πλαίσιο κινήθηκε και η παράσταση, λέει ο Στέλιος Μάινας:
Είναι συγκινητική, αλλά και αμετροεπής η φιλοδοξία αναμέτρησης με τέτοιους ογκόλιθους όπως είναι οι αρχαίοι τραγικοί. Οχι από θρησκοληψία, αλλά επειδή συνειδητοποιείς πως ό,τι κι αν πεις εσύ, εκείνοι τα έχουν πει όλα από πριν και καλύτερα από εσένα.
Ο Σοφοκλής βάζει το δάχτυλο στη πληγή που λέγεται “πόλις”, θέμα που απασχολούσε τους προγόνους μας αλλά κι εμάς σήμερα.
Οι Ευρωπαίοι δραματουργοί κοιτάζουν τους τραγικούς χωρίς αίσθημα κατωτερότητας, συνομιλούν απευθείας με το έργο τους ανεξαρτήτως αποτελέσματος, χωρίς να υποφέρουν από τη δική μας βάσανο, το “δυσβάσταχτο” βάρος της κληρονομιάς.
Ο Ανούιγ συνομιλώντας με το έργο, αντιλαμβανόμενος μεγέθη και συγκρίσεις, έφτιαξε μια δική του Αντιγόνη, εμπνευσμένη από τον Σοφοκλή, αλλά τοποθετημένη στα μεσοαστικά γαλλικά σαλόνια μιας Θήβας, που στην πραγματικότητα είναι το κατεχόμενο από τους Γερμανούς Παρίσι
• Ο Κρέων ως στρατάρχης Πετέν στο κατοχικό Παρίσι;
Σ’ ένα Παρίσι παραδομένο, με μια προδοτική κυβέρνηση Πετέν και μια Αντιγόνη-Ιωάννα της Λορένης άσπιλη, αμόλυντη, αθώα, παρουσία που συνοψίζει την έννοια «αντίσταση» εκείνες τις σκληρές για όλους τους λαούς της Ευρώπης εποχές. Ο Πολυνείκης πρέπει να ταφεί. Ο νεκρός δεν ανήκει στο κράτος, αλλά στην οικογένειά του.
Η τιμωρία είναι για τους ζωντανούς, οι νεκροί είναι δικαιωμένοι. Η ύβρις της σάρκας, που σαπίζει στον ήλιο, η ύβρις της πόλης που δεν θάβει το άγος του πολέμου, θα επισύρει θεία τιμωρία.
Μα οι εξουσίες προλαβαίνοντας τους θεούς, απειλούν, τρομοκρατούν, τιμωρούν, καταδικάζουν και εκτελούν στο όνομα της πόλης, στο όνομα των πολλών και ανήμπορων να τις αμφισβητήσουν. Οι γερασμένες εξουσίες, που σαπίζουν πιο γρήγορα και μυρίζουν περισσότερο από το εκδικητικά άταφο πτώμα του Πολυνείκη, συμπαρασύρουν στην πτώση και όλους όσους αγγίζουν.
Πεισματικά γαντζωμένοι στις σημαίες, που ούτε οι ίδιοι δεν πιστέψαμε, υπό τους ήχους του εμβατηρίου που φτιάξαμε, θα ενταφιάσουμε ζωντανή την ελπίδα που χάραξε, πριν καν ξημερώσει, στα κρυφά, στη ζούλα.
Η ελπίδα, άδολη, πάντα νέα, ασυμβίβαστη, ασυνεννόητη, άρα άχρηστη για τα δικά μας μαγειρέματα, για τη δικιά μας κουζίνα, προορισμένη να σβήσει πριν την πάρουν χαμπάρι κι άλλοι κι έχουμε μιμητές και ήρωες…
Οπως και το κατοχικό Παρίσι του Πετέν θα μπορούσαμε κι εμείς ν’ απαντήσουμε σαν τον αλλοτινό ήρωα του Α’ Παγκόσμιου πολέμου, που κατέληξε υπηρέτης των Γερμανών: «Εμείς δεν χρειαζόμαστε ήρωες, εργάτες χρειαζόμαστε…»
• Η εποχή μας γεννάει Αντιγόνες;
Η εποχή μας χρειάζεται ήρωες, τρελούς, νέους όχι μόνο ηλικιακά, δηλαδή ανθρώπους που δεν ντρέπονται να δηλώνουν άγνοια, δεν φοβούνται να δοκιμάζουν και να απορρίπτουν, που συνεχίζουν χωρίς τα βαρίδια του επαΐοντα.
Στη θέση των χειριστικών πολιτικάντηδων, των πολλά υποσχόμενων, των μαστόρων του εφικτού, έχουμε ανάγκη από εκείνους που όταν ερωτώνται «γιατί το έκανες;», απλά σηκώνουν τους ώμους. Χρειαζόμαστε εκείνους που θα συνομιλήσουν με την Ιστορία ξαναγράφοντας την απ’ την αρχή, έτσι όπως επιχειρεί η Αντιγόνη του Σοφοκλή, του Ανούιγ, αλλά και κάθε Αντιγόνη που επιφυλάσσει το μέλλον.
Στο χέρι μας είναι να μην πνίξουμε κάθε ελπίδα, που επιχειρεί να αναπνεύσει λίγο καθαρό αέρα σ’ αυτή τη δυσωδία του πτώματος που εξακολουθεί να αποσυντίθεται. Κάντε χώρο για τις Αντιγόνες που έρχονται…
Θέατρο REX/Σκηνή Κοτοπούλη. «Αντιγόνη» του Ζαν Ανούιγ. Μετάφραση: Στρατής Πασχάλης. Σκηνοθεσία-Μουσική: Ελένη Ευθυμίου. Σκηνικά: Ζωή Μολυβδά-Φαμέλη. Ενδυματολόγος: Μαίρη Μαρμαρινού. Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης. Μουσική: Κώστας Βόμβολος. Κίνηση: Βιτόρια Κοτσάλου, Κική Μπάκα. Δραματουργική επεξεργασία: Σοφία Ευτυχιάδου. Παίζουν: Φαίδων Καστρής (Χορός), Βασιλική Τρουφάκου, Ανέζα Παπαδοπούλου, Ιωάννα Μαυρέα, Γιώργος Φριντζήλας, Στέλιος Μάινας, Ερρίκος Μηλιάρης, Νίκος Ντάλλας, Ερρίκος Λίτσης, Μαίρη Λιαμή. 21-22 Ιουλίου, 21.00
