Τη βλέπω μία βδομάδα τώρα, εδώ στη γειτονιά της εφημερίδας, στην πλατεία Καρύτση. Χάσκει πλάι σε μια ζαρντινιέρα, ακριβώς μπροστά στην είσοδο πολυκατοικίας, θαμπώνοντας τους οφθαλμούς με την τυπική, εκπάγλου κάλλους αθηναϊκή… ομορφιά και σκορπίζοντας ολούθε τα… λεπτά της αρώματα. Μην πάει ο νους σας στο πονηρό. Πρόκειται για μια πράσινη σακούλα σκουπιδιών «γίγας», καργαρισμένη ώς τα μπούνια. Προέρχεται μάλλον από κάποιο γραφείο, καθώς το ραφινάτο περιεχόμενό της αποτελείται κυρίως από χαρτιά, συμπιεσμένα όσο δεν παίρνει. Τα μισά έχουν αποκτήσει σκούρα απόχρωση απ’ τους χυμένους καφέδες και τα υπόλοιπα μοιάζουν εμπριμέ, σταμπαρισμένα με υπολείμματα πίτσας και παρεμφερών ειδών υγιεινής διατροφής.
Από την πρώτη μέρα τα πάνω πάνω κείτονται θριαμβευτικά στο πεζοδρόμιο. Παραξενεύτηκα την επαύριο, βλέποντάς την ακόμα στη θέση της. Μέτρησα τα κουδούνια του κτιρίου. «Μα καλά, κανείς από τους είκοσι οκτώ ενοίκους, που μπαινοβγαίνουν νυχθημερόν, δεν ενοχλείται;» αναρωτήθηκα. Επέδειξα την παχυδερμία του πλήθους των περαστικών και προσπέρασα φουρκισμένος. Την επομένη, μου κίνησε την περιέργεια ένα σημείωμα δίπλα της, κολλημένο με έξι εφτά κομμάτια σελοτέιπ στον κορμό του κάκτου που τη συντροφεύει εκών άκων: «Μνημείο. Αφιερωμένο στο ζώο που βαριέται να περπατήσει δέκα μέτρα να την ρίξει στον κάδο» έλεγε με τεράστια, χοντρά γράμματα. Σκέφτηκα πως θα ‘ταν ευκολότερο για τον συντάκτη του πονήματος να την πετάξει εκείνος, βρε αδελφέ, απ’ το να μπει στον κόπο να γράψει κοτζάμ ειρωνικό κείμενο και να το γαντζώσει με τόση επιμέλεια στο φυτό.
Κάθε απόγευμα τα απορρίμματα ήταν εκεί. Το ίδιο και το ραβασάκι του αγανακτισμένου πολίτη. Τελικά είμαστε λαός ιδιωτών, με το νόημα που απέδιδαν στη λέξη οι αρχαίοι Ελληνες και εξακολουθούν να το κάνουν οι Αγγλοι. Οι πρόγονοί μας, για τους οποίους καμαρώνουμε και παριστάνουμε τους άξιους συνεχιστές τους, κατοικούσαν σε ταπεινά ενδιαιτήματα, αλλά ξόδευαν μυθώδη ποσά για να κοσμήσουν τα άστη. Γνώριζαν πως η δημοκρατία εκτυλίσσεται στον δημόσιο χώρο, ότι τα δύο είναι έννοιες ταυτόσημες. Εμείς, αντίθετα, περιχαρακωνόμαστε στους προσωπικούς μας τόπους και αντιμετωπίζουμε τους κοινούς σαν σκουπιδοτενεκέδες. Ιδού ο υψηλός μας πολιτισμός.
Τεφαρίκια απαράλλαχτα με μας δείχνουν και οι πολιτικοί μας, που δεν διστάζουν να εξοβελίζουν στον κάλαθο των αχρήστων τη δημοκρατία και την κοινωνία. Λαμπρό παράδειγμα ο Νίκος Οφείλεις. Θιασώτης εξ απαλών ονύχων της ανανεωτικής Αριστεράς, συμμετείχε σε χιλιάδες αντικυβερνητικές διαδηλώσεις εναντίον της επάρατης Δεξιάς και του καταστροφικού ΠΑΣΟΚ. Αλλοτε. Τώρα που βρίσκονται ο ίδιος και η παρέα του στο Μαξίμου και πράττουν χειρότερα απ’ τους προηγούμενους, οι κινητοποιήσεις ενάντια στο γκοβέρνο πρέπει να απαγορευτούν διά ροπάλου, διότι κινούνται «στα όρια της συνταγματικής ανοχής». Τετράγωνη λογική. Μήπως πρέπει να επαναφέρουμε τον 509; Να αναστήσουμε τους τόπους εξορίας; Κι επειδή στην εποχή μας τα ξερονήσια έχουν μεταβληθεί σε δημοφιλείς τουριστικούς προορισμούς, τι θα λέγατε να στέλνουμε τους αντιφρονούντες κάπως μακρύτερα; Στα γκουλάγκ της Σιβηρίας επί παραδείγματι. Την έβδομη μέρα δεν κρατήθηκα και πέταξα την ένοχη σακούλα στον κάδο. Μήπως ν’ αρχίσουμε να το κάνουμε από τακτ για περιτρίμματα πάσης φύσεως;
