Αιμιλία Σαλβάνου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Την άνοιξη του 2015, πολύ πριν επανέλθει το θέμα της διδασκαλίας της αρχαίας ελληνικής γλώσσας στο Γυμνάσιο, είχε κατατεθεί στη Βουλή ερώτηση σχετικά με τη διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών στην Ελλάδα και διεθνώς. Στην απάντηση υπήρχε ένας μακρύς κατάλογος σχολείων του εξωτερικού όπου όντως υπάρχουν τα αρχαία ελληνικά στο πρόγραμμα σπουδών.

Αν και η διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας στο εξωτερικό χρησιμοποιείται συνήθως ως επιχείρημα υπέρ της συνέχισης της διδασκαλίας της στα Γυμνάσια της χώρας, θα είχε ενδιαφέρον να εξετάσουμε λίγο πιο προσεκτικά ποια σχολεία περιλαμβάνονται στον κατάλογο αυτό και σε πόσα από αυτά η διδασκαλία είναι υποχρεωτική για όλους τους μαθητές.

Κατ’ αρχάς σε αυτόν περιλαμβάνονται τα ελληνικά σχολεία του εξωτερικού, τα οποία εποπτεύονται από το ΥΠΕΠΘ και ακολουθούν το πρόγραμμα σπουδών του ελληνικού κράτους. Αυτά συνεπώς δεν μπορούν να αποτελέσουν μέρος του επιχειρήματος.

Από κει και πέρα, φαίνεται ότι τα αρχαία ελληνικά είτε προσφέρονται ως επιλεγόμενο μάθημα σε Λύκεια στο πλαίσιο των κλασικών σπουδών (για παράδειγμα στη Γερμανία, την Πολωνία, την Ιταλία και τη Δανία), είτε προσφέρονται ως επιλογή ξένης γλώσσας (όπως στη Μ. Βρετανία), είτε δεν προσφέρονται καθόλου (όπως στη Σουηδία).

Σε άλλες χώρες, όπως στη Ρωσία, την Ουκρανία, την Κροατία, τη Σερβία, τη Σλοβενία, τη Νότια Αφρική, τον Καναδά ή τις ΗΠΑ, τα αρχαία διδάσκονται στο πλαίσιο πανεπιστημιακών προγραμμάτων σπουδών. Ιδιαίτερη αναφορά για τη διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών γίνεται και στην «Ευρυδίκη» 2012, που αναφέρεται στη γλωσσική διδασκαλία στην Ευρωπαϊκή Ενωση.

Εκεί τα αρχαία ελληνικά εντάσσονται μαζί με τα λατινικά στις «κλασικές γλώσσες» και διακρίνονται τόσο από τις ξένες γλώσσες όσο και από τις μειονοτικές, για τις οποίες υπάρχουν διαφορετικές οδηγίες για τη διδασκαλία τους.

Σε ό,τι αφορά τη διδασκαλία των κλασικών γλωσσών, φαίνεται ότι δεν υπάρχει συγκεκριμένη οδηγία για τη διδασκαλία τους στο Γυμνάσιο από τα ευρωπαϊκά κράτη, παρά μόνο στην περίπτωση των κρατών που θεωρούν ότι οι σύγχρονες γλώσσες τους είναι απευθείας συνέχεια της κλασικής.

Τέτοιες είναι οι περιπτώσεις της γαλλόφωνης κοινότητας στο Βέλγιο, της Ισπανίας, της Γαλλίας, της Ρουμανίας, της Ελλάδας και της Κύπρου. Παρ’ όλα αυτά, οδηγία για υποχρεωτική διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών ή των λατινικών στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση υπάρχει μόνο σε τέσσερις χώρες: στη Ρουμανία (λατινικά από το Γυμνάσιο), στην Κροατία (λατινικά στο Λύκειο), στην Ελλάδα και την Κύπρο (αρχαία ελληνικά στο Γυμνάσιο και το Λύκειο).

Γιατί μας αφορά αυτή η εικόνα; Κατ’ αρχάς επειδή είναι ευρέως διαδεδομένο το επιχείρημα ότι αφού διδάσκονται τα αρχαία ελληνικά σε «όλα σχεδόν» τα σχολεία του εξωτερικού, δεν είναι λογικό να μη διδάσκονται στα ελληνικά σχολεία. Φαίνεται ωστόσο ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει.

Μας αφορά όμως και για έναν επιπλέον λόγο: στον βαθμό που θέλουμε να κατανοήσουμε ποια λειτουργία θεωρείται ότι εξυπηρετεί η γενικευμένη διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών στο Γυμνάσιο. Από το 1976 ώς το 1992 οι μαθητές στο Γυμνάσιο δεν διδάσκονταν αρχαία ελληνικά κείμενα από το πρωτότυπο, αλλά από μετάφραση – πιάνοντας έτσι το νήμα της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του 1964 που είχε βίαια διακόψει η χούντα.

Η συζήτηση για την εκ νέου εισαγωγή της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών στο Γυμνάσιο δεν γίνεται σε κενό ιστορικού χρόνου. Ξεκινά στις αρχές της δεκαετίας του 1990 όταν υπάρχουν η αναβίωση των βαλκανικών εθνικισμών και η αντιπαράθεση με την ΠΓΔΜ. Τότε αναπτύσσεται εκ νέου ένας εθνικισμός με πολλαπλές εκφάνσεις, από την πολιτική ώς τη λαϊκή κουλτούρα, μέσα στο πλαίσιο του οποίου ξεκινά και μια συζήτηση για τη γλώσσα.

Στη συζήτηση αυτή στοχοποιούνται η καθιέρωση της δημοτικής ως υπεύθυνη για την αποκοπή των ελληνόπουλων από τις πολιτισμικές και ιστορικές τους ρίζες και η εισαγωγή της διδασκαλίας της αρχαίας ελληνικής γραμματείας από μετάφραση στο Γυμνάσιο, με το επιχείρημα ότι αποκόπτει τα παιδιά από τις γλωσσικές τους ρίζες.

Πρόκειται για επιχειρήματα με βαθιές ρίζες στη συντηρητική σκέψη της χώρας: το ιδεολόγημα ότι η ελληνική γλώσσα ήταν μία και ενιαία από την αρχαιότητα ώς τις μέρες μας ήταν ένα από τα βασικότερα επιχειρήματα των «αρχαϊστών» ήδη από την εποχή που συζητιόταν ποια γλώσσα θα επικρατήσει στο νέο ελληνικό κράτος.

Σύμφωνα με την άποψη αυτή, η «αναγέννηση» της γλώσσας και η αποκάθαρσή της από ξένα στοιχεία θα εγγυόταν και την «αναγέννηση» του έθνους. Πολύ γρήγορα η «καθαρεύουσα» εμπεδώθηκε στην επινοημένη παράδοση της ελληνικότητας: ήταν η γλώσσα των φαντασιακών προγόνων, των αρχαίων Ελλήνων, η αναφορά στους οποίους νομιμοποιούσε την ύπαρξη του έθνους.

Κατ’ αντιστοιχία, η καθομιλουμένη νοηματοδοτήθηκε όχι μόνο ως «κατώτερη» γλώσσα, αλλά ως επικίνδυνη για τον εθνικό πολιτισμό, που κωδικοποιήθηκε στο τρίπτυχο «πατρίς, γλώσσα, θρησκεία», και εν τέλει για την ίδια την ύπαρξη του έθνους. Με άλλα λόγια, ήταν η πρόκριση μιας ιδεατής εικόνας του παρελθόντος έναντι της δεδηλωμένης απαξίωσης του παρόντος.

Ο απόηχος της αναβίωσης της εθνικιστικής αναδίπλωσης της εποχής αυτής, όπως μάλιστα έχει διαθλαστεί μέσα από τη συγκυρία της κρίσης, είναι αυτός που παρακολουθούμε σήμερα στις αντιδράσεις που σημειώνονται για την ενίσχυση της διδασκαλίας της αρχαίας ελληνικής γραμματείας από μετάφραση στο Γυμνάσιο.

Πρόκειται στην ουσία για μια προσκόλληση στην τυπολατρία της εξοικείωσης με τα μορφολογικά χαρακτηριστικά της γλώσσας σε βάρος του νοήματος. Εχει ενδιαφέρον πάντως, σε μια διαφορετική ανάγνωση, ο φόβος απέναντι στην πολιτισμική διαμεσολάβηση που συμβολίζει η μετάφραση.

Υποστηρίχθηκε πρόσφατα ότι η πολιτική επιλογή να δοθεί έμφαση στην εξοικείωση των μαθητών όχι τόσο με τη μορφή όσο με το περιεχόμενο και τις ιδέες της πολιτισμικής κληρονομιάς της αρχαίας ελληνικής γραμματείας συνιστά μετανεωτερικό μηδενισμό. Είναι όντως έτσι ή μήπως πρόκειται για κατάφαση του παρόντος και επένδυση σε διανοητικά εργαλεία που θα φανούν χρήσιμα σε παγκοσμιοποιημένα, πολυπολιτισμικά περιβάλλοντα;

* ιστορικός