Δριμύτατη κριτική στον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε και το γερμανικό οικονομικό κατεστημένο ασκεί ο Πέτερ Μπόφινγκερ για το μοντέλο της οικονομικής πολιτικής που εφαρμόζουν και προωθούν, αλλά και για την υποκριτική στάση τους έναντι των υπόλοιπων χωρών της Ε.Ε.
Mε ένα έξοχο άρθρο («Here is one export Germany should not be making») -που δημοσιεύτηκε την περασμένη Δευτέρα στους «Financial Times»- ο Γερμανός «σοφός» καυτηριάζει δριμύτατα την αλλεργία των ομοεθνών του οικονομολόγων στα προβλήματα της ζήτησης και τις πολιτικές δημοσιονομικής επέκτασης, αλλά και τη «θρησκευτική εμμονή» τους στους ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς και τις μεταρρυθμίσεις, που θεωρούν λύση για όλα σχεδόν τα οικονομικά προβλήματα.
Ο Μπόφινγκερ -μέλος του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων που γνωμοδοτεί προς τη Γερμανίδα καγκελάριο- τονίζει ότι αυτή η εμμονή αποτελεί γερμανική ιδιαιτερότητα και έχει τη βάση της στην οικονομική φιλοσοφία της Ordnungspolitik, που εκτός Γερμανίας δεν υπάρχει.
Είναι η πολιτική διακυβέρνησης που βασίζεται στους κανόνες, στην οικονομική τάξη και αποτέλεσε το επίκεντρο της μεταπολεμικής κοινωνικής οικονομίας της αγοράς στη Γερμανία. Εμπνευστής της ήταν ο καθηγητής του Πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ (ώς το 1950) Βάλτερ Οϊκεν, τις ιδέες του οποίου η Ανγκελα Μέρκελ χαρακτήρισε πρόσφατα επίκαιρες.
Στη φιλοσοφία του Οϊκεν υπάρχουν δύο πτυχές, υπογραμμίζει ο Μπόφινγκερ. Η θετική είναι η δέσμευση στην ελευθερία σύναψης συμβάσεων, στις ανοικτές αγορές, στην ιδιωτική οικονομία και στη σκληρή αντιμονοπωλιακή πολιτική. Η αρνητική είναι η απόρριψη του κεϊνσιανισμού.
Ο Βρετανός οικονομολόγος Τζον Μέιναρντ Κέινς είδε την οικονομία μετά την εμπειρία της Μεγάλης Υφεσης από την πλευρά της ζήτησης και μίλησε για την ανάγκη μιας ενεργής διαχείρισής της. Το μοντέλο που πρότεινε οδηγούσε στην πλήρη απασχόληση. Πιο συντηρητικός ο Οϊκεν, πίστευε αντίθετα ότι η πολιτική του Κέινς θα οδηγούσε σε μια κεντρικά σχεδιασμένη οικονομία.
Αντίθετα με τον Κέινς, που είδε τη Μεγάλη Υφεση ως το αποτέλεσμα της εγγενούς αστάθειας της οικονομίας της αγοράς, ο Οϊκεν την απέδωσε στην ανεπαρκή ευελιξία των μισθών και στην ακατάλληλη νομισματική τάξη. Υποστήριξε ότι η ευελιξία τιμών και μισθών σε συνδυασμό με την κατάλληλη νομισματική τάξη αποτελούν το φάρμακο στην αστάθεια των αγορών.
Ο Μπόφινγκερ υπογραμμίζει ότι, λόγω της αποστροφής του για την επιδίωξη της πλήρους απασχόλησης μέσω της δημοσιονομικής πολιτικής, ο Σόιμπλε είναι ξεκάθαρα απόγονος του Οϊκεν. Το ίδιο -όπως λέει- ισχύει και για επιφανείς Γερμανούς οικονομολόγους οι οποίοι στη διάρκεια της κρίσης στην ευρωζώνη αγνόησαν παντελώς τις επιπτώσεις της λιτότητας στη ζήτηση, λόγω της βαθιά εδραιωμένης πεποίθησής τους ότι οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις μπορούν να λύσουν όλα τα προβλήματα.
Μια παθητική στάση
Η επιβίωση αυτής της στενής οικονομικής θέασης στη Γερμανία, για τόσο πολύ καιρό, οφείλεται κατά τον Μπόφινγκερ στη σχετική επιτυχία που είχε στην ανοικτή οικονομία της χώρας του. Η ανοικτή, προσανατολισμένη εξαγωγικά, οικονομία επέτρεψε στη Γερμανία να ακολουθήσει μια παθητική μακροοικονομική πολιτική στο εσωτερικό και να ωφεληθεί από τις ενεργές πολιτικές στήριξης της ζήτησης των άλλων χωρών.
Περίπου το 60% του γερμανικού πλεονάσματος στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών είναι με τις ΗΠΑ, τη Βρετανία, τη Γαλλία και την Ιταλία.
Χώρες που έχουν όλες υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα. Με άλλα λόγια, η γερμανική οικονομία βασίζεται σε ενεργές πολιτικές διαχείρισης της ζήτησης άλλων χωρών για τις εξαγωγές της, ενώ την ίδια στιγμή το γερμανικό οικονομικό κατεστημένο επικρίνει αυτές τις πολιτικές ως χαλαρές, ανορθολογικές ή και σπάταλες.
Η προσέγγιση αυτή της εκμετάλλευσης των πολιτικών ζήτησης των άλλων χωρών είναι -κατά τον Μπόφινγκερ- όχι μόνο αμφιλεγόμενη, αλλά και επικίνδυνη, ειδικά όταν πολιτικοί της Γερμανίας προσπαθούν να την εφαρμόσουν σε μια μεγάλη και όχι και πολύ ανοικτή νομισματική περιοχή όπως η ευρωζώνη.
Στην παρούσα φάση της χρόνιας ελλειμματικής ζήτησης, καταλήγει, η επιμονή στο «μαύρο μηδέν» των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών για μεγάλες νομισματικές περιοχές, ή ακόμη και σε παγκ[related-όσμιο επίπεδο, θα δημιουργούσε μια μαύρη τρύπα στο σύνολο της παγκόσμιας οικονομίας.
