Το γεγονός ότι για να κατανοήσω καλύτερα την έννοια μιας λέξης, ανατρέχω στην ετυμολογία, αποδεικνύεται διαφωτιστικό για το νόημά της, ταυτόχρονα όμως γίνεται και πηγή παράδοξων συνειρμών.
Αναζητώντας την ετυμολογία της λέξης «φωνή», η γλωσσολογία με παραπέμπει στην ινδοευρωπαϊκή ρίζα *bha, απ’ όπου προέρχεται το αρχαιοελληνικό ρήμα «φημί» που σημαίνει «λέγω», όπως και το ρήμα «φάω», που σημαίνει «λάμπω».
Αν και μπορούμε να δικαιολογήσουμε την ετυμολογική αναγωγή στο ρήμα «φημί» (λέγω), καθώς η φωνή συνιστά τον ανθρώπινο λόγο, ωστόσο η σύνδεση με το ρήμα «φάω» (λάμπω) γίνεται η αφορμή για τους παράδοξους συλλογισμούς μου.
Ξεκινώντας απ’ το αναμφισβήτητο δεδομένο ότι ο άνθρωπος είναι το μοναδικό πλάσμα στον κόσμο που είναι προικισμένο με τον λόγο, ίσως εξηγεί πως ακριβώς αυτή η δυνατότητα του προσδίδει τη «λαμπρότητα», αυτό το «έσω φως» που είναι άμεσα συνυφασμένο με τη γνώση και την πράξη, τη μοναδικότητα και τη δημιουργικότητα.
Ισως δεν είχε άδικο ο φιλόσοφος Λούντβιχ Βιτγκενστάιν όταν είπε πως «τα όρια της γλώσσας μου είναι τα όρια του κόσμου μου».
Στις αρχές του 20ού αιώνα, ο Βιτγκενστάιν διατύπωσε μια άποψη που κατοχύρωσαν οι μελλοντικές γλωσσολογικές μελέτες. Ουσιαστικά δήλωσε πως ο κόσμος μου είναι τόσος και τέτοιος, όσο μπορώ να τον εκφράσω γλωσσικά και η γνώση μου για τα πράγματα φτάνει ώς το σημείο που μπορώ να μιλήσω γι’ αυτά.
Μ’ αυτόν τον τρόπο χαράζεται μια στενή σύνδεση λογικής και γλώσσας, μια σύνδεση που είχε ξεκινήσει τον 18ο αιώνα με τον Διαφωτισμό, όταν επιβλήθηκε ο ορθολογισμός και θεσμοθετήθηκε ο διαχωρισμός ανάμεσα στο λογικό και το παράλογο, εξοστρακίζοντας τους τρελούς από την κοινωνία και δημιουργώντας τα πρώτα άσυλα για τον εγκλεισμό τους. Στη δεκαετία του ‘60, το κίνημα της αντιψυχιατρικής υποσκάπτει την παντοδυναμία του ορθολογισμού και ο παραληρηματικός λόγος της τρέλας γίνεται για τον πρωτεργάτη του κινήματος, Ντέιβιντ Κούπερ, διαμαρτυρία με κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις.
Από την άλλη, βλέποντας τον πίνακα του Εντβαρντ Μουνκ, διαπιστώνουμε ότι η φωνή μπορεί να γίνει κραυγή, θρήνος και λυγμός, ένα ουρλιαχτό αγωνίας που διαπερνά τον αέρα, απελπισμένη διαμαρτυρία και αγανάκτηση.
«Η κραυγή» θυμίζει εικόνα δοσμένη μέσα απ’ τα μάτια ανθρώπου που πάσχει από διαταραχή αποπροσωποποίησης. Τόσο το περιβάλλον όσο και η κυριευμένη από τον τρόμο ανθρώπινη φιγούρα πάνω στη γέφυρα αποδομούνται από τον ζωγράφο.
Οι λογικές συνάφειες που διέπουν την ύπαρξη αποσυναρμολογούνται και η κραυγή γίνεται η μοναδική εκφραστική διέξοδος, παραπέμποντας σε προγλωσσικά στάδια, τότε που ακόμα δεν έχει συγκροτηθεί ο λόγος και το κλάμα σημασιοδοτεί την πρώτη προσπάθεια επικοινωνίας μας με τον κόσμο.
Σε μια μελέτη που δημοσιεύτηκε πρόσφατα για την αρχαιοελληνική μουσική διαβάζω για το πρώτο τραγούδι που γράφτηκε στην ιστορία της ανθρωπότητας: Ο Σείκιλος, ποιητής από τη Μικρά Ασία, έγραψε στα 200 π.Χ. σε μια επιτύμβια κυλινδρική στήλη ένα τραγούδι 17 λέξεων, μαζί με τη μουσική του (τα σύμβολα της μελωδίας φρυγικού τύπου) που διασώθηκε ώς τις μέρες μας.
Οι στίχοι του «Οσο ζεις, να χαίρεσαι /Μη λυπάσαι καθόλου/ Η ζωή είναι σύντομη/ Ο χρόνος οδηγεί στο τέλος» αντανακλούν τις αξίες της ελληνιστικής εποχής, μιας εποχής όπου κυριαρχούν η ηδονή της ζωής, η αταραξία και το τελικό στάδιο, ο θάνατος.
Μελετώντας την Ιστορία του κόσμου μας, συνειδητοποιούμε ότι από την πρώτη στιγμή που χρονολογείται η παρουσία μας στη γη ώς σήμερα, η φωνή, άλλοτε ως λόγος, άλλοτε ως κραυγή και άλλοτε ως τραγούδι, αποτελεί πρωταρχικό εργαλείο της ανθρώπινης ύπαρξης, στενά συνδεδεμένη με την κοινωνικοπολιτική μας υπόσταση, τη δημιουργική μας έκφραση, τις ανάγκες και τις αναζητήσεις μας.
*σκηνοθέτις -παραγωγός
