Σελίδες της Τετάρτης
Βιβλία στο προσκέφαλο
Πολυαγαπημένα, πολυδιαβασμένα, βιβλία που μας διαμόρφωσαν ή μας στήριξαν σε δύσκολες στιγμές. Πρόσωπα της γραφής ξεφυλλίζουν την «αυτοβιογραφική» βιβλιογραφία τους.
Επιμέλεια: Μισέλ Φάις
«Ολα τα βιβλία τόσο μεγάλα είναι;» – αυτό αναρωτήθηκε ο τετράχρονος εαυτός μου όταν έπιασε για πρώτη φορά βιβλίο στα χέρια του. Βέβαια, τα βιβλία αυτά ήταν κάτι δερματόδετες εκδόσεις Μηχανικής, που ανήκαν στον Μικρασιάτη μηχανικό προπάππο μου, τα οποία μοιραία περιήλθαν στην κατοχή του παππού μου και τελικά περιέπεσαν στη δυσμένεια των τετράχρονων ματιών μου.
Βιβλία, στα γαλλικά τα περισσότερα, τα οποία είχαν πολλές εικόνες με σχέδια και μηχανές και από τα οποία προφανώς δεν καταλάβαινα λέξη. Στην ίδια, εκτενή βιβλιοθήκη, υπήρχαν και όλα τα τεύχη του Λούκι Λουκ, του Αστερίξ και του περιοδικού «4 Τροχοί», τα οποία με ευλάβεια συνέλεγε ο αδελφός του πατέρα μου.
Θα έλεγε κανείς ότι έτσι ξεκίνησε η επαφή μου με τα βιβλία, αλλά καθόλου έτσι δεν συνεχίστηκε. Διότι ναι μεν δεν καταλάβαινα γρι από τα κυριλάτα βιβλία Μηχανικής, ωστόσο τα κόμικς και τα αυτοκίνητα φαίνεται ότι δεν κάλυπταν την ανάγκη μου να πιάνω σελίδες στα χέρια μου. Από το ένα άκρο στο άλλο, δηλαδή;
Στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και στις αρχές του ’90, όταν άρχισα να καταλαβαίνω κάπως τον εαυτό μου, στην επαρχία αλλά -είμαι σίγουρος- και στο κέντρο της χώρας, ήταν οι πλασιέ βιβλίων κάτι σαν οι δικοί μας άνθρωποι. Ετσι, βρέθηκε ένας εξ αυτών στο κατώφλι του διαμερίσματός μας. Η μητέρα μου πήρε την πρωτοβουλία και αγόρασε όλη τη σειρά της Πηνελόπης Δέλτα, συν τα άπαντα του Σολωμού και του Κάλβου, για άγνωστους λόγους.
Δεν ήμασταν διαβαστερό σπίτι, οπότε ο Σολωμός και ο Κάλβος ήταν μάλλον αποκύημα της τρομερής ικανότητας του πλασιέ, παρά καθαρόαιμη επιλογή της μητέρας μου. Η Πηνελόπη Δέλτα, όμως, με περίμενε στο γραφειάκι μου – το οποίο ήταν απόλυτο σετ, όπως συνηθιζόταν εκείνη την εποχή, με τη βιβλιοθήκη, τη συρταριέρα, το κρεβάτι και την ντουλάπα του δωματίου μου.
Ο «Μάγκας» της Πηνελόπης Δέλτα ήταν το πρώτο «κανονικό» βιβλίο που διάβασα· και ξετρελάθηκα. Πρέπει να ήμουν γύρω στα οκτώ-εννιά.
Τα επόμενα χρόνια, κυλά πολύ νερό στ’ αυλάκι: από τις σειρές παιδικών και εφηβικών βιβλίων του Πατάκη ώς εκείνα τα μονόχρωμα, με ωραία εξώφυλλα ωστόσο, του Κέδρου, ο προ-έφηβος εαυτός μου διάβαζε ασταμάτητα, αφού ξόδευε το χαρτζιλίκι του και ό,τι μάζευε από κάλαντα σε βιβλία και, παραδόξως, σε εφημερίδες, διότι είχε καλομάθει με τη «Μακεδονία», τον «Ελεύθερο Τύπο», την «Καθημερινή» και το «Βήμα» που έμπαιναν στο σπίτι ακανόνιστα, αν και καθημερινά.
Μέχρι που έφτασε στα χέρια μου το «Τρίτο Στεφάνι». Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο ξεκινά το εμπόλεμο ταξίδι μου στη λογοτεχνία. Εκτοτε, νομίζω, δεν σταμάτησα ούτε στιγμή να είμαι στα χαρακώματα της ανάγνωσης και στα μετόπισθεν της ζωής.
Μετά τον Ταχτσή, λοιπόν, ήρθε όλη η ελληνική λογοτεχνία του 20ού αιώνα, συμπεριλαμβανομένης φυσικά της ποίησης· ήταν η στιγμή που ο Σολωμός και ο Κάλβος των παιδικών μου χρόνων φάνηκαν χρήσιμοι τότε που η εφηβεία χτυπούσε κόκκινο και η αναπόφευκτη -και ολίγον ρόλος- μελαγχολία χωνόταν στις λέξεις των άλλων.
Ηρθε ο Καβάφης και ο Σεφέρης, ο Καρυωτάκης και ο Σαχτούρης – και η Τζένη Μαστοράκη (αχ, η Τζένη Μαστοράκη!). Ηρθε η Σώτη Τριανταφύλλου και ο Θόδωρος Γρηγοριάδης· ο Κόνραντ και ο Σάλιντζερ· ο Ντοστογέφκσι, ο Θερβάντες και ο Θουκυδίδης· ήρθαν οι κριτικές της «Ελευθεροτυπίας», του «Βήματος» και της «Καθημερινής»· τα παράξενα ποιήματα του Κοντού και τα μυστικοπαθή πεζά του Κουμανταρέα· μια πορεία από τα γαλλικά, βαριά και εν πολλοίς αποκρουστικά βιβλία της Μηχανικής και φτάνω στα λιτοδίαιτα αλλά αποκαλυπτικά «Μηχανάκια». Ενας ολόκληρος κόσμος όλος δικός μου.
Καταφθάνει ο Σαρτρ, η Μποβουάρ και ο Ροθ· η Αμαλία Τσακνιά και η Μαρία Λαϊνά· η Μαρία Κυρτζάκη και η Νατάσα Χατζιδάκι· ο Σλινκ, ο Μπέρνχαρντ και ο Σελίν· ο Καμί, ο Ζενέ, ο Μπλανσό, ο Μπατάιγ και ο Δημητριάδης· ο Χριστιανόπουλος και ο Ασλάνογλου· ο Ιωάννου και ο Χειμωνάς· ο Μαρωνίτης. Μου κάνουν παρέα ο Κάφκα, ο Μπόρχες και ο Ηλίας Πετρόπουλος· με ξυπνά ο ΝτεΛίλο και με καθησυχάζει ο Κούντερα.
Αυτό το πράγμα δεν έχει τέλος – είναι ένας δρόμος που δεν υπάρχει στο Google Earth και κανένα GPS δεν μπορεί να τον βρει. Διότι, όταν στη γωνία σε περιμένει η Μάρω Δούκα και στη μεθεπόμενη σου κλείνει το μάτι η Λούλα Αναγνωστάκη, ξέρεις ότι αυτή η πολιτεία δεν έχει αρχή και τέλος.
Ο Ρεμπό, ο Μπέκετ, η Σέξτον και η Πλαθ, η Κάρσον, ο Λόρκα και ο Ελιοτ σου κλείνουν εισιτήρια για ένα ταξίδι δίχως να σε ρωτήσουν. Ανεβαίνεις στο λεωφορείο και όπου σε βγάλει. Σε βγάζει κάπου – εκεί όπου με περίμεναν ο Γονατάς, ο Καρούζος, ο Ζιντ, η Κρίστεβα και ο Μποντλέρ. Κι όλα εκείνα τα βιβλία τα οποία έχω γράψει, επιμεληθεί, μεταφράσει και παρουσιάσει σε εφημερίδες και περιοδικά.
Ας έχεις εισιτήριο, κι ας μην ξέρεις πού πας. Τι σημασία έχει;
Τελευταίο βιβλίο του Δημήτρη Αθηνάκη είναι η ποιητική συλλογή «Λίγος χώρος για τον ξένο» (Εκδόσεις Κουκουνάρι, 2016)
