Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τα σημερινά «Δρομο-λόγια» είναι μεγαλύτερα από το συνηθισμένο: δεν φτάνει ο κανονικός τους χώρος για να στριμωχτεί το σημερινό τους θέμα, που, όπως θα δείτε παρακάτω, μας βάζει μέσα στο μυαλό του «πλανητάρχη» Μπαράκ Ομπάμα!

Στο τεύχος Απριλίου του αμερικανικού περιοδικού «Atlantic», βλέπετε, ο βετεράνος πολιτικός συντάκτης Τζέφρι Γκόλντμπεργκ –ένας «insider» του Λευκού Οίκου, με πλήθος φανερές και κρυφές πηγές στο πολυκέφαλο σύστημα εξουσίας της Ουάσινγκτον, αλλά και στενούς δεσμούς με το πανίσχυρο ισραηλινό λόμπι των ΗΠΑ– ξεδιπλώνει σε περισσότερες από 20.000 λέξεις ένα μοναδικό χρονικό της εξέλιξης του «Δόγματος Ομπάμα» κατά την περασμένη επταετία, από τη μέρα που ανέλαβε γεμάτος ελπίδες και πυγμή τα ηνία της υπερδύναμης, μέχρι τα σημερινά… στερνά της δεύτερης και τελευταίας θητείας του.

Πρόκειται, όπως καταλαβαίνετε, για ένα συναρπαστικό ανάγνωσμα, γεμάτο «ατάκες» από τις κατά καιρούς συζητήσεις του Γκόλντμπεργκ με τον ίδιο τον Ομπάμα, με ξένους ηγέτες, αλλά και με πολλούς ακόμη πρωτοκλασάτους «παίκτες» της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.

Είναι, με άλλα λόγια, ένα σπάνιο, μοναδικό ταξίδι στον τρόπο σκέψης και τους μηχανισμούς λήψης των αποφάσεων –και τις διάφορες αντίρροπες δυνάμεις που τον «σμιλεύουν»– ενός εν ενεργεία προέδρου των ΗΠΑ, γραμμένο με τρόπο που ενώ σε πρώτη ανάγνωση φαινομενικά δικαιώνει τον Ομπάμα, στην πραγματικότητα τον «αδειάζει», σαν έναν «μεταλλαγμένο» πολιτικό που απέφυγε τις ιστορικές ευθύνες του «ως ηγέτη του… ελεύθερου κόσμου» (sic), και που γρήγορα παραδόθηκε στην μοιρολατρία και τον «παθητικό μεσσιανισμό», όπως χαρακτήρισε το εν λόγω «δόγμα» του πριν από λίγες μέρες ο πολεμοχαρής συγγραφέας και αναλυτής Μπερνάρ-Ανρί-Λεβί.

Τι είναι όμως αλήθεια και τι ψέμα;

Πώς μπορεί να ξεχωρίσει κανείς τα σημεία όπου επιχειρείται το «ξέπλυμα» της λεκιασμένης πολιτικής κληρονομιάς του απερχόμενου προέδρου από τον Γκόλντμπεργκ και πώς μπορεί να αποκωδικοποιήσει ένας αμύητος τις κρυμμένες «μπηχτές» σε βάρος του;

Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν, όπως και ο Γκόλντμπεργκ, από τη μέρα που ο Ομπάμα βρέθηκε μπροστά στη μεγαλύτερη απόφαση της ζωής του;

Να βομβαρδίσει τη Συρία, ξεκινώντας τον πρώτο πραγματικά «δικό του» πόλεμο, ή να κάνει τον… Αμερικάνο, ανατρέποντας τις καθεστηκυίες «παραδόσεις» αμέτρητων αιματοβαμμένων προκατόχων του;

Με το δάχτυλο στο «κουμπί»

Υπάρχει ένας όρος στο σκάκι, και κατ’ επέκταση σε όλα τα παιχνίδια στρατηγικής, που στις περισσότερες λατινογενείς γλώσσες καλύπτεται με τη γερμανική λέξη «zugzwang»: λέξη που σημαίνει κυριολεκτικά «υποχρέωση να κινηθείς».

Σε αντίθεση βλέπετε με τον πόλεμο, τον έρωτα και άλλα «παιχνίδια» της πραγματικής ζωής, όπου σε πολλές περιπτώσεις η καλύτερη «κίνηση» είναι η αδράνεια, το σκάκι και τα περισσότερα άλλα στρατηγικά παιχνίδια σε υποχρεώνουν να κινηθείς, ακόμη κι αν ξέρεις ότι η ενέργειά σου ενέχει μεγάλο ρίσκο ή ακόμη και σε καταδικάζει στην ήττα.

Την Παρασκευή, 30 Αυγούστου 2013, ο κατά το Σύνταγμα «αρχιστράτηγος» Ομπάμα βρέθηκε μπροστά σε ένα τέτοιο zugzwang.

Εννιά μέρες νωρίτερα, 1.400 Σύροι άμαχοι που ζούσαν σε ανταρτοκρατούμενο προάστιο της Δαμασκού, τη Γούτα, είχαν σκοτωθεί από επίθεση με αέριο σαρίν, που αμέσως αποδόθηκε στις κυβερνητικές δυνάμεις.

Σαν έτοιμος από καιρό, ένας ολόκληρος παγκόσμιος μηχανισμός πολεμικής προπαγάνδας κινητοποιήθηκε για να μετατρέψει τη διεθνή αποστροφή για τη θηριωδία σε μια πολυεθνική χερσαία εισβολή με σκοπό την ανατροπή του Μπασάρ αλ Ασαντ – και μάλιστα μια εισβολή χωρίς τη ρητή έγκριση του ΟΗΕ, ούτε του αμερικανικού Κογκρέσου.

Ο Ομπάμα, που από την αρχή του συριακού εμφυλίου απέφυγε την άμεση εμπλοκή, πιστεύοντας ότι αρκούσε η ενίσχυση της αντιπολίτευσης με «συμβούλους» της CIA, όπλα και χρήματα για να πέσει ο «κακός» Ασαντ, ένιωσε, όπως λέει, «στριμωγμένος» από τους στενούς συνεργάτες του –πιστούς του επεμβατικού δόγματος του «πολεμικού ανθρωπισμού» , όπως ο αντιπρόεδρος Τζο Μπάιντεν, ο ΥΠΕΞ Τζον Κέρι και οι σύμβουλοι Εθνικής Ασφαλείας Σούζαν Ράις και Σαμάνθα Πάουερ– αλλά και τους οπορτουνιστές συμμάχους του στην Ευρώπη και τον αραβικό κόσμο, που θεωρούσαν πλέον την επέμβαση κάτι δεδομένο.

Ποτέ πριν, άλλωστε, δεν βρέθηκε πρόεδρος που να πάει κόντρα σε έναν τέτοιο ουσιαστικά προαποφασισμένο πόλεμο – και πολύ περισσότερο ένας πρόεδρος που να αθετήσει τις δικές του δημόσιες «κόκκινες γραμμές».

Με το δάχτυλό του να κρέμεται μεταφορικά πάνω από το «κουμπί» ενός νέου πολέμου, ο Ομπάμα –που έγινε διάσημος ακριβώς όταν καταψήφισε τον πόλεμο στο Ιράκ– συνειδητοποίησε μέσα σε μια στιγμή, εκείνη την Παρασκευή, πόσο εξαρτημένος ήταν από τις «αυτοεκπληρούμενες προφητείες» των συμβούλων και συμμάχων του.

Ο ίδιος θεωρούσε πάντα τον εαυτό του «ρεαλιστή» πολιτικό και η βασική του έγνοια ως πρόεδρος ήταν πάντα «να μην κάνει μαλακίες» («not do stupid shit», στο πρωτότυπο).

Και ο Γκόλντμπεργκ γράφει πως ο (κατά λάθος… κάτοχος του Νόμπελ Ειρήνης, αφού βιάστηκαν να τον βραβεύσουν πριν δείξει τις πραγματικές προθέσεις του!) Ομπάμα δεν κρύβει κατ’ ιδίαν τον θαυμασμό του για την «πραγματιστική» εξωτερική πολιτική του πατέρα Μπους και του βασικού συμβούλου του (και γνωστού «γερακιού») Μπρεντ Σκόουκροφτ – του ανθρώπου που δεν δίστασε να δώσει συγχαρητήρια στην κινεζική ηγεσία μετά τη σφαγή της Τιεν Αν Μεν.

Το κεφάλι του πήγαινε να σπάσει: Τι θα έκανε ο Σκόουκροφτ στη θέση του; Αποτελούσε άραγε ο Ασαντ ικανή απειλή για τα στενά αμερικανικά συμφέροντα, ώστε να δικαιολογήσει το ρίσκο ενός νέου πολέμου; Μήπως η Συρία θα γινόταν το δικό του Ιράκ, το δικό του Βιετνάμ;

Στις προσωπικές συζητήσεις του με «διαδρομιστές» όπως ο Γκολντμπεργκ, ο Ομπάμα δεν κρύβει την αποστροφή του για το «φετίχ της αξιοπιστίας», όπως αποκαλεί την εμμονή της αμερικανικής γραφειοκρατίας στην προάσπιση του «πολεμικού γοήτρου» της υπερδύναμης.

Ετσι «χτίζονται» τα Βιετνάμ: «Το να βομβαρδίσεις κάποιον μόνο και μόνο ώστε να αποδείξεις ότι έχεις τη θέληση να τον βομβαρδίσεις, είναι ο χειρότερος λόγος για τη χρήση βίας», υποστηρίζει ο πρόεδρος.

Και, εκείνες τις κρίσιμες ώρες, ένιωσε ότι οι πάντες τον πίεζαν να κάνει κάτι που δεν ένιωθε έτοιμος να κάνει.

Ολα ήταν έτοιμα – πέντε πυραυλοφόρα αντιτορπιλικά περίμεναν στη Μεσόγειο την προεδρική εντολή για να εξαπολύσουν εκατοντάδες «Τόμαχοκ», ενώ και ο Φρανσουά Ολάντ περίμενε το αμερικανικό νεύμα για να μπει στον χορό.

Αλλά ο Ομπάμα ένιωθε ναυτία – ένιωθε πως το Πεντάγωνο και το Στέιτ Ντιπάρτμεντ τον οδηγούσαν σε μια παγίδα. Κάποια πράγματα απλά δεν ταίριαζαν.

Τέσσερις παράγοντες ενίσχυσαν αυτό το άβολο συναίσθημα εγκλωβισμού.

Ο πρώτος ήταν ότι η Μέρκελ –«από τους λίγους ξένους ηγέτες που σέβεται ο Ομπάμα», όπως γράφει ο Γκόλντμπεργκ– του ξεκαθάρισε ότι δεν θα συμμετείχε στην «επέμβαση».

Ο δεύτερος ήταν ότι οι μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ, έχοντας «καεί» επανειλημμένα τα τελευταία χρόνια από άστοχες προβλέψεις των αναλυτών τους, ιδίως σε ό,τι αφορούσε τα περιβόητα «όπλα μαζικής καταστροφής» του Ιράκ, απέφυγαν αυτή τη φορά να επιβεβαιώσουν 100% ότι ο Ασαντ ήταν πίσω από τη θηριωδία της Γούτα – ασάφεια που στην πορεία των χρόνων επιβεβαιώθηκε, αφού ακόμη και σήμερα δεν είμαστε σίγουροι ποιος έριξε τα χημικά.

Ο τρίτος ήταν πως, ενώ το Πεντάγωνο είχε καταλήξει σε μια πλειάδα πολιτικών και στρατιωτικών στόχων, δεν μπορούσε να πλήξει τις ίδιες τις αποθήκες των χημικών όπλων του Ασαντ, από φόβο για τις τοξικές παρενέργειες ενός τέτοιου βομβαρδισμού, ενώ υπήρχαν και φόβοι για αντίποινα σε βάρος των παρατηρητών του ΟΗΕ.

Και ο τέταρτος, και μάλλον ο πιο σημαντικός, ήταν πως την προηγουμένη, στις 29 Αυγούστου, το βρετανικό Κοινοβούλιο απέρριψε κατηγορηματικά το αίτημα του Κάμερον για άμεση επέμβαση στη Συρία.

Μια παράξενη Παρασκευή

Ετσι, ο Ομπάμα έκανε πίσω. Το «κουμπί» δεν πατήθηκε ποτέ. Το θέμα της επέμβασης πήγε στο Κογκρέσο και γρήγορα ξεχάστηκε εντελώς. Ο Ασαντ επέζησε, και παραμένει σήμερα –με την ενεργό συμβολή των δικών του συμμάχων, δηλαδή της Ρωσίας και του Ιράν– ο ισχυρότερος «παίκτης» στη Συρία.

Ταυτόχρονα, η αμερικανική αδράνεια άνοιξε τον δρόμο για τη γιγάντωση του «Ισλαμικού κράτους» τόσο στη Συρία όσο και στο βορειοδυτικό και το κεντρικό Ιράκ.

Η πρωτοφανής προεδρική απόφαση να μην υπακούσει στο zugzwang και το δόγμα της αξιοπιστίας προκάλεσε ρίγη σε όλο τον κόσμο, αλλά ο μεγαλύτερος σεισμός σημειώθηκε στην ίδια την Ουάσινγκτον, που δεν πίστευε στ’ αυτιά της.

Οι Αραβες και Ευρωπαίοι σύμμαχοι, που θεωρούσαν τον πόλεμο τετελεσμένο γεγονός, κυριολεκτικά «λύσσαξαν» από το κακό τους, όπως και τα διάφορα πολεμοχαρή think tanks της Ουάσινγκτον.

Αλλά ο Ομπάμα είχε πλέον «αλλάξει πίστα».

Ο ίδιος ο Ομπάμα δηλώνει σήμερα «πολύ περήφανος» για εκείνη την απόφασή του: ο Γκόλντμπεργκ γράφει ότι εκείνη η παράξενη Παρασκευή ήταν η μέρα της «απελευθέρωσης» του προέδρου από τα «δεσμά» της πολεμικής μηχανής της Ουάσινγκτον.

Με έναν περίεργο, μοιρολατρικό σχεδόν τρόπο, ο «ρεαλιστής» Ομπάμα συνειδητοποίησε κατά τον Γκόλντμπεργκ ότι, με όλη την απροσμέτρητη ισχύ της, η Αμερική δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο.

Οτι δεν μπορεί να άγεται και να φέρεται, στον ρόλο του μυώδους «νταή» που αστυνομεύει όλο τον κόσμο κόντρα ακόμη και στα δικά της μακροπρόθεσμα εθνικά συμφέροντα, προκειμένου να εξυπηρετήσει τα ιδιοτελή συμφέροντα τρίτων δυνάμεων, τους οποίους αποκαλεί κατ’ ιδίαν «free riders» – «λαθρεπιβάτες» της αμερικανικής δύναμης.

Το είχε ήδη συνειδητοποιήσει αυτό από προηγούμενες επεμβάσεις-φιάσκο, με κορυφαίο αυτό της Λιβύης.

Αλλά εκείνη η παράξενη Παρασκευή ήταν η θρυαλλίδα.

Κι έτσι, στα δυόμισι χρόνια που ακολούθησαν, ο Ομπάμα σήκωσε τα μανίκια και άλλαξε πολλά: το ρήγμα με τους παραδοσιακούς συμμάχους στη Μέση Ανατολή –τη Σαουδική Αραβία, την Τουρκία του Ερντογάν, ακόμη και το Ισραήλ του Νετανιάχου– μεγάλωσε, ενώ στο παρασκήνιο η Ουάσινγκτον δημιουργούσε κανάλια επικοινωνίας με τους ώς τότε μεγαλύτερους εχθρούς της – το Ιράν των μουλάδων, με το οποίο υπέγραψε τη γνωστή, ιστορική συμφωνία για τα πυρηνικά, την Κούβα των Κάστρο, την οποία ο Ομπάμα επισκέπτεται μεθαύριο, και εσχάτως με τη Ρωσία του Βλαντίμιρ Πούτιν, που με την εμπλοκή του στον Ουκρανικό και τον συριακό εμφύλιο κατάφερε (ώς τώρα τουλάχιστον) να εξουδετερώσει τα ψυχροπολεμικά παιχνίδια των Αμερικανών στην Ουκρανία και να αναγκάσει τον Ομπάμα να καθίσει ξανά στο μεγάλο τραπέζι τής κατά Κίσινγκερ «τριγωνικής διπλωματίας», διαπραγματευόμενος ένα συνολικό «κομπρεμί» παγκόσμιας συγκυριαρχίας για τα επόμενα χρόνια.

Μάλιστα, μια από τις πρώτες χειρονομίες καλής θέλησης του Πούτιν προς τον Ομπάμα ήταν ακριβώς η μεσολάβησή του για την εθελοντική καταστροφή του χημικού οπλοστασίου του Ασαντ.

Ο Γκόλντμπεργκ πηγαίνει ακόμη πιο πέρα: για τον Ομπάμα, τον πρώτο Αμερικανό πρόεδρο που μεγάλωσε στον Ειρηνικό (τη Χαβάη και την Ινδονησία), το μέλλον της Αμερικής βρίσκεται στην Ασία και όχι στη Μέση Ανατολή ή την Ευρώπη.

Ο μεγάλος ανταγωνιστής, ιδίως στο οικονομικό επίπεδο, αλλά και στο μεγάλο παιχνίδι της παγκόσμιας εξασφάλισης πρώτων υλών για τη βιομηχανία υψηλής τεχνολογίας, είναι πλέον η Κίνα – γεγονός που εξηγεί κατά κάποιο τρόπο και την τρέχουσα «συμφιλίωση» (το «detente», που θα έλεγε και ο Κίσινγκερ) με τη Ρωσία, όπως αντίστοιχα ο Νίξον είχε προσεταιριστεί το 1971 την Κίνα, για να περιορίσει την τότε πανίσχυρη ΕΣΣΔ.

Ο Ομπάμα παραδέχεται τη βαθιά αντίφαση της σημερινής του θέσης: από τη μια μεριά ξέρει πως δεν μπορεί να είναι ο παγκόσμιος «χωροφύλακας», και από την άλλη βλέπει πως όλοι περιμένουν από αυτόν να πάρει πρωτοβουλίες, αλλιώς τίποτε δεν μπορεί να γίνει.

«Ολοι περιμένουν από εμάς να φτιάξουμε την ατζέντα – είτε μιλάμε για πυρηνικά όπλα, είτε για το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα, είτε για την κλιματική αλλαγή, τίποτε δεν γίνεται χωρίς εμάς», λέει στον Γκόλντμπεργκ.

Και, όσο κι αν θεωρεί τον εαυτό του ακόμη «διεθνιστή» και «ιδεαλιστή», θεματοφύλακα της δημοκρατίας και του ανθρωπισμού, ταυτόχρονα βλέπει τον κόσμο μοιρολατρικά σαν ένα «σκληρό, πολύπλοκο, ταραγμένο, κακόψυχο μέρος, γεμάτο βάσανα και τραγωδίες […]. Πρέπει να διαλέγουμε τις μάχες μας. Θα υπάρξουν φορές που τα συμφέροντα ασφαλείας μας θα έρχονται σε αντίθεση με τις ανησυχίες μας για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Θα υπάρξουν φορές που θα μπορούμε να βοηθήσουμε αθώους ανθρώπους που σκοτώνονται, και άλλες όπου δεν θα μπορούμε»…

Πόση σημασία έχουν όλα αυτά;

Σε λίγους μήνες ο Ομπάμα θα αποτελέσει παρελθόν, και τη σκυτάλη στο τιμόνι της αμερικανικής αυτοκρατορίας θα πάρουν είτε η ευνοούμενη του ισραηλινού λόμπι Χίλαρι Κλίντον (για την οποία στο άρθρο του «Atlantic» αναφέρεται πως «το μόνο που θέλει να κάνει στη ζωή της είναι να γίνει Γκόλντα Μέιρ»!), είτε ο αλλοπρόσαλλος και επικίνδυνος Ντόναλντ Τραμπ.

Σε κάθε περίπτωση, τα «ανοίγματα» της δεύτερης θητείας του Ομπάμα προς το Ιράν, την Κούβα και πρωτίστως τη Ρωσία κινδυνεύουν.