Σαν τη γάτα που γλείφει με τη γλώσσα της τη λίμα και καταπίνει το αίμα της μοιάζει η διάθεση των προσφύγων στον προσφυγικό καταυλισμό της Ειδομένης. Σταματημένοι μια ανάσα από τα σύνορα, με άσβηστα χαράγματα σε σώμα και ψυχή, αδυνατούν να παραδεχτούν ότι πάει, τελείωσε, μέχρι εδώ ήταν…
Λες κι ο φράχτης, τα συρματοπλέγματα δεν σηματοδοτούν τίποτα, είναι ένα εμπόδιο ακόμη που μπορούν να το υπερσκελίσουν άκοπα, δεν είναι δα το πρώτο. Εμείς ρωτάμε αφελώς «γιατί δεν σκεπάζεσαι με την κουβέρτα σου;», αυτοί ρωτάνε «γιατί να μην τη χρησιμοποιήσω, για να τραβήξω το συρματόπλεγμα;» Κομμάτια από κουβέρτες και χαρτόνια ανεμίζουν στον φράχτη σαν αναθηματικά μαντιλάκια για ευχές, χωρίς όμως παραλήπτη.
Η βίαιη απαγόρευση συναντά το οξύμωρο «μου απαγορεύουν να συνεχίσω μεν, αλλά έφτασα εδώ και εδώ μόνο ελπίζω ότι μπορεί να συνεχίσω». Εξίσωση με βεβαιότητες που διαιρούνται με παραδοξότητες, αποτελέσματα που ντύνονται κουρέλια παροξυντικής ελπίδας, λίγη υπομονή ακόμη, η απαγόρευση θα καταρρεύσει σαν χάρτινος πύργος.
Το «πέρασμα» έχει σφηνωθεί στο κεφάλι τους, περιγράφεται μόνο με κινήσεις. «Τζιέρμανι, Τζιέρμανι (Γερμανία)». Προορισμός με θεολογική υπόσταση, απλώθηκε στο μυαλό τους σαν «Πιστεύω», δεν ξεχνιέται, δεν ξεκολλά. Γι’ αυτούς δεν υπάρχει ούτε παρόν ούτε παρελθόν, παρά ένα γεωγραφικό μέλλον, μια «Νeverland», σαν να λένε «δεν γυρνάς ποτέ στη μήτρα που σε γέννησε».
Η βίαιη απαγόρευση συναντά το οξύμωρο «μου απαγορεύουν να συνεχίσω μεν, αλλά έφτασα εδώ και εδώ μόνο ελπίζω ότι μπορεί να συνεχίσω». Εξίσωση με βεβαιότητες που διαιρούνται με παραδοξότητες, αποτελέσματα που ντύνονται κουρέλια παροξυντικής ελπίδας, λίγη υπομονή ακόμη, η απαγόρευση θα καταρρεύσει σαν χάρτινος πύργος.
Ο καταυλισμός, χωρισμένος σε εθνικότητες, θρησκευτικές ομάδες, οικογένειες, φιλικές σχέσεις, οικονομικές δυνατότητες, ακόμη και ηλικίες. Πάνω στις ράγες του τρένου οι αψίκοροι νεολαίοι. Η πλειονότητα των Γεζίντι πήγαν μαζικά στην Πέτρα Ολύμπου, αλλά όσοι έμειναν δεν μαθαίνουν και τα καλύτερα νέα για τη διαμονή στις υπώρειες του Ολύμπου.
Οι Ισμαηλίτες είναι δυσαρεστημένοι, γιατί νομίζουν ότι κανείς δεν τους νοιάζεται. Οι αστοί από το Χαλέπι δεν θέλουν επαφή με τους Ιρανούς. Οσοι έχουν γλιτώσει από την κόλαση της Χομς δεν εμπιστεύονται ούτε τη σκιά τους.
Ολοι μαζί δεν αντέχουν τους Αφγανούς κι αυτοί με τη σειρά τους, εικοσάρηδες νεαροί στην πλειονότητά τους, με το σφρίγος της ηλικίας, είναι σε αδιάκοπη δραστηριότητα, ψάχνουν περάσματα στα βουνά, στήνουν μικρές επιχειρήσεις με δέκα πακέτα τσιγάρα.
Η πολυεθνικότητα εντοπίζεται στη συγκρότηση ομάδων που αντιλαμβάνονται την παραβατικότητα ως δίκαιη ανταπόδοση στη βία από την οποία ξεβράστηκαν, αμοιβή επιβίωσης για τα «χρωστούμενα» της χαμένης ζωής τους.
Φήμες
Ο ιστός που συγκροτεί και συγκρατεί όλο τον καταυλισμό είναι οι φήμες. Ο,τι λέγεται από έναν αλληλέγγυο, ό,τι μεταφέρεται από έναν αγρότη που κουβάλησε κρεμμύδια, ό,τι χάθηκε στη μετάφραση από κάποιον φωτορεπόρτερ, αποτελεί επιβεβαίωση ότι οι νεράιδες και τα ξωτικά υπάρχουν, ότι σήμερα, άντε αύριο, τα σύνορα θα ανοίξουν [διαδόθηκε ακόμη και ότι 500 (!) δημοσιογράφοι θα τεθούν επικεφαλής, για να περάσουν τα σύνορα…].
Η τελευταία φήμη, που έκανε πολλούς να διαγκωνιστούν για μια θέση στα λεωφορεία για τον καταυλισμό στο Τσεπέλοβο της Ηπείρου, είναι πως τα σύνορα από την Αλβανία είναι ανοιχτά. «Ολοι τώρα Αλβανία», λέει ένας, με τον πληθυντικό εννοεί ότι, αν τον πιστέψουν όλοι, τότε αυτό που λέει είναι αλήθεια. «Να πάμε όλοι στην Αθήνα», λέει άλλος, «έχουμε περισσότερες πιθανότητες εκεί».
Μιλάς μαζί τους και είναι αδύνατο να μετέλθεις λογικών επιχειρημάτων, θα είναι σαν να σπας με πέτρα όχι ένα κολοσσιαίο ψέμα, αλλά το γυαλί της ψυχής τους. Την ίδια ώρα, άλλοι προσπαθούν από τη Βουλγαρία και άλλοι, λίγοι για την ώρα, ψάχνουν διακινητές, για να γυρίσουν στην… Τουρκία, όπου βρίσκονται ακόμη συγγενείς τους. Ούτε εκεί δεν μπορούν πια να γυρίσουν.
Αλλοι προτιμούν τους παλιούς μύθους. Ο 20χρονος Μουσταφά από τη Χομς μού λέει ότι θα προσπαθήσει να περάσει το βράδυ μόνος του. Δεν φοβάται, δεν κάμπτεται από τις επαναπροωθήσεις, ούτε τα σπασμένα χέρια και πόδια των «αποτυχόντων». Δεν θέλει να μείνει στην Ελλάδα. Αυτός ξεκίνησε για τη Γερμανία. Εκεί είναι το τέλος, δεν υπάρχει τίποτα ενδιάμεσο. Περιμένει, κοιτώντας με στα μάτια, να επιβεβαιώσω ότι έστω μια ελπίδα την έχει κι όταν του εξηγώ ότι αυτό είναι αδύνατο, βάζει τα κλάματα, την πέταξα τελικά την πέτρα, δεν ξέρω τι να κάνω και πώς να το κάνω, τι να του πω, να σιωπήσω μήπως, να τον αποφύγω απλώς, τι;
Ο Αχμετ το διασκεδάζει με έναν ανεπανάληπτα τραγικό τρόπο. Κρατάει τον χάρτη της Ευρώπης, αστειεύεται, θα κάνω σλάλομ λέει, Σκόπια, Σερβία, Σλοβενία, Ουγγαρία, Γερμανία και ύστερα, μια ανάσα, θα βρεθώ στη Γαλλία που έχω φίλους. Ξεκαρδίζεται, βλέποντας το ύφος μου που προσπαθεί να περιγράψει τη ματαιότητα του εγχειρήματος.
«Απόψε θα περάσω», μου λέει. Ενας Κούρδος πρέπει να κατέχει το ρεκόρ προσπαθειών. Τριάντα δύο φορές! Τόσες προσπάθησε, τόσες τον έπιασαν, τόσες τον έδειραν κι άλλες τόσες θα ξαναπροσπαθήσει, του έγινε μανία, όπως το χάμστερ στο κλουβί γυρνάει τη ρόδα του. Δεν τον βρήκα, μπορεί να είχε προσπαθήσει το προηγούμενο βράδυ.
Διακίνηση κάθε είδους
Υπάρχουν σημεία που αποκαλούνται «η χαρά του διακινητή», μικρές (;) συμμορίες πουλάνε υποσχέσεις, ψέματα, χασίσι, εσχάτως και γυναίκες. Πέντε ευρώ το σεξ σε σκηνή, άγνωστη τιμή σε δωμάτιο. Γνωρίζουν οι αρχές και, αν ναι, πώς το επιτρέπουν; Από κοντά, και κοντύτερα στην αλήθεια, και Ελληνες που διευκολύνουν ή καθοδηγούν ή απλούστερα μοσχοπουλούν. Οι άνθρωποι των ΜΚΟ, που ασχολούνται με αυτά τα ζητήματα, δίνουν κυριολεκτικά μάχη από σκηνή σε σκηνή για να καταγράψουν, να συμβουλέψουν, να πληροφορήσουν, να σώσουν.
Στα ρείθρα των αγροτικών δρόμων πουλιούνται παράνομα τσιγάρα, αυγά και ντομάτες, βοδινό ζαμπόν, κρεμμύδια, μαϊντανός μαραμένος από τον καυτό ήλιο, λευκασμένος από τη σκόνη. Ενα ευρώ το σάντουιτς με πέντε τηγανισμένα, άγνωστο πού και πώς, φαλάφελ. Ο αγρότης-καντινιέρης παράτησε τη δισκοσβάρνα, με την οποία τριγυρνούσε ανάμεσα στις σκηνές πριν από λίγες μέρες, και ξανάπιασε τα σάντουιτς, βλοσυρός, παίρνει παραγγελίες από όσους διαθέτουν ακόμη μερικά ψιλά.
Παιχνίδια
Ενα τσούρμο παιδιά παίζουν… ποδοσφαιράκι. Το απολαμβάνουν. Παίζουν με προσήλωση και ενθουσιασμό. Ενας έχει απλώσει το χαλάκι της προσευχής, παρότι μια ξύλινη ημισέληνος παρακάτω αναγγέλλει ότι και πρόχειρο τζαμί υπάρχει. Αντρες με μηχανές στα χέρια κουρεύουν, τα παίρνουν με την ψιλή που λέγαμε παλιά.
Στην Ανοιχτή Κουζίνα του Οικόπολις μοιράζεται η πρώτη δόση του μεσημεριανού γεύματος. Πένες με σάλτσα. Η ουρά έχει σταματήσει. Περιμένουν να κρυώσουν κάπως τα ζυμαρικά, γιατί διαφορετικά λιώνουν τα πλαστικά κουπάκια, στα οποία διανέμεται το φαγητό. Ο μάγειρας Γιάννης Καργιώτης παίρνει ανάσες έξω από το μαγειρείο. Εχει τελειώσει μόλις 3.500 μερίδες φαγητού. Ο Θανάσης Μακρής ακουμπάει στην είσοδο. Τα καζάνια αχνίζουν, ο μικρός Μοχάμετ σκουπίζει.
Ο Θανάσης αγωνιά: «Πρέπει να βρούμε επαγγελματικά ψυγεία, οι θερμοκρασίες ανεβαίνουν, πρέπει να πάρουμε τα μέτρα μας». Με συστήνει σε έναν γυμνασμένο εύχαρι 45χρονο άντρα που ακτινοβολεί υγεία και ενέργεια. Ανώτερος αξιωματικός των ενόπλων δυνάμεων. Βοηθά στην κουζίνα. Τον κοιτάζω με καχυποψία. «Το έχω βάρος», μου λέει, «τους κυνηγούσα στον Εβρο τα βράδια με τις υπέρυθρες, δεν τους κακοποιούσαμε, αλλά τους συλλαμβάναμε, και τώρα να ‘μαι…». Δεν είναι εξιλέωση, είναι αυτό που είναι, είναι αυτός που είναι, εδώ, στην Ειδομένη, στον κυκλωμένο από ζιζάνια -τις πολυπλόκαμες αμαρτίες της Ευρώπης- κήπο, εδώ που εκατοντάδες εθελοντές και αλληλέγγυοι επικονιάζουν πεισματικά και ανυποχώρητα και τα άνθη του καλού.
