Στο απάγκιο της εισόδου πολυκατοικίας, δυο σκαλιά κάτω από το πεζοδρόμιο, κουρνιασμένο, τρεις μέρες μετά την Καθαρή Δευτέρα, είδα το τελευταίο μπαλόνι της αποκριάς: μπλε το χρώμα του και θαμπωμένη πια η στιλπνότητα με ρυτίδες γερατειών.
Πρόσφυγας στην είσοδο μιας άγνωστης πολυκατοικίας από την ξεχασμένη πατρίδα μιας αποκριάς, ενός καρναβαλιού.
Ποιος ξέρει ποιος άνεμος το έσπρωξε να καταφύγει στην είσοδο μιας απρόσωπης πολυκατοικίας∙ απ’ αυτές που αόρατοι νέοι χτυπάνε το θυροτηλέφωνο, ρωτάς: «Ποιος είναι;» και αποκρίνονται: «Ανοίγετε παρακαλώ, να αφήσουμε κάτι;».
Σκέφτεσαι, από ποιο νυχτερινό κέντρο, από ποιο σπιτικό πάρτι, από ποια διασκέδαση να ξέφυγε άραγε αυτό το μπαλόνι και να βρέθηκε στην είσοδο μιας πολυκατοικίας, που σε λίγο, μόλις θα καλοξημέρωνε, θα το κλοτσούσε ο πρώτος ένοικος που θα έβγαινε βιαστικός για τη δουλειά του ή θα το μάζευε η καθαρίστρια∙ άχρηστο πια και στη μια περίπτωση και στην άλλη.
Και όμως, ελάχιστες μέρες πριν, ήταν χρώμα και διάκοσμος γιορτής. Προσφέρθηκε σε κάποια ή το παιδάκι βοήθησε τη μαμά κάπου να το σκαλώσει με άλλα μπαλόνια για αποκριάτικο στολίδι. Πόσο, αλήθεια, να διαρκεί το εφήμερο; Αέρας και χρώμα! Φαντάζομαι πως όσο πιο ζωηρή είναι η ανάμνηση, τόσο περισσότερο διαρκεί. Αυτά δεν έχουν μέτρο.
Στα μέσα της δεκαετίας του ’50, Γάλλος σκηνοθέτης σκηνοθέτησε ένα αγοράκι (αν θυμάμαι καλά, τον αληθινό γιο του) και έφτιαξε, σε ένα γκρίζο Παρίσι, ένα παραμύθι με ένα κόκκινο μπαλόνι.
Αυτός ήταν και ο τίτλος της ταινίας: «Το κόκκινο μπαλόνι». Το αγοράκι λευτερώνει ένα μπαλόνι –όπως ένα τζίνι στα λυχνάρια με τα παραμύθια της Ανατολής– και το κόκκινο μπαλόνι, σε ανταπόδοση, γίνεται αχώριστος σύντροφος, φίλος του αγοριού παντοτινός.
Απορούσε το παιδάκι εκείνο το πρωί: πώς ενώ με τη μαμά είχαν δέσει στο πολύφωτο πέντε μπαλόνια, τώρα τα μετρούσε τέσσερα…
