Το τελευταίο χρονικό διάστημα τα σύνορα ήρθαν ξανά στην επικαιρότητα λόγω της έντασης των προσφυγικών ροών. Η αλήθεια όμως είναι ότι ως έννοια και ως υλική πραγματικότητα ήταν ανέκαθεν μέρος της πολιτικής, θεωρητικής και οικονομικής συγκυρίας.
Οικουμενικές θρησκείες και διεθνιστικά επαναστατικά κινήματα στο παρελθόν, συνεχείς και νέες παγκοσμιοποιητικές οικονομικές διαδικασίες και δημιουργίες υπερεθνικών οργανισμών και βέβαια οι μεγάλες μεταναστευτικές ροές αμφισβητούσαν και αμφισβητούν τη χρησιμότητα και την ύπαρξη των συνόρων.

Αποτέλεσμα αυτών των ετερόκλητων θεωρήσεων και πρακτικών ήταν εδώ και πολλά χρόνια η συγκρότηση μιας θεωρίας και μιας κουλτούρας εναντίον των συνόρων η οποία υλοποιήθηκε και υλοποιείται ακόμα από ριζικά αντίθετους φορείς.
Από διεθνιστές ουμανιστές, όπως οι Γιατροί χωρίς Σύνορα και μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες, έως κράτη και διεθνείς οργανισμούς που επεμβαίνουν στο όνομα της οικουμενικότητας των ανθρώπινων δικαιωμάτων σε διάφορες χώρες καταλύοντας τα σύνορα και την ανεξαρτησία τους.
Βέβαια, ανακύπτει το κρίσιμο φιλοσοφικό και πολιτικό ερώτημα για το εάν πρέπει να παρεμβαίνει η διεθνής κοινότητα σε ανεξάρτητα κράτη όταν καταπατούνται ακραία τα ανθρώπινα δικαιώματα και συντελούνται γενοκτονίες. Από τη δεκαετία του 1990 περίπου, σε πολλές χώρες της Δύσης, αναπτύχθηκε, κυρίως στους χώρους των διανοουμένων, ένα κίνημα υπέρ της επέμβασης για την προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων.
Από τους λίγους δυτικούς διανοούμενους που στάθηκαν κριτικά απέναντι σ’ αυτήν τη «νέα οικουμενική» ιδεολογία ήταν ο Ρεζίς Ντεμπρέ, Γάλλος συγγραφέας με σημαντικό φιλοσοφικό και πολιτικό έργο και σύντροφος εν όπλοις του Τσε Γκεβάρα στην τελευταία και μοιραία επαναστατική του απόπειρα στη Βολιβία. Διαφώνησε μάλιστα έντονα με τους βομβαρδισμούς του ΝΑΤΟ στην τότε Γιουγκοσλαβία τη δεκαετία του 1990.
Ο Ντεμπρέ πλέκει ένα εγκώμιο στα σύνορα στο ομώνυμο βιβλίο του, μεταγραφή μιας διάλεξής του στο Τόκιο τον Μάρτιο του 2010. Ο συγγραφέας μπαίνει στο θέμα αμέσως και εμφαντικά.
«Μια βλακώδης ιδέα γοητεύει τη Δύση: Η ανθρωπότητα, που δεν είναι σε σωστό δρόμο, θα τα πήγαινε καλύτερα αν δεν υπήρχαν σύνορα», γράφει στην πρώτη σειρά. Στη συνέχεια προσπαθεί να αποδομήσει την ιδέα αυτή με μια πολύπλευρη και πολύμορφη προσέγγιση.
Αρχικά αναδεικνύει την αντίφαση της ιδεολογίας ενός κόσμου χωρίς σύνορα με την πραγματικότητα του κόσμου των χιλιάδων χιλιομέτρων νέων συνόρων που χαράχτηκαν στην Ευρώπη και στην Ευρασία μετά το 1991 και τον διαχωρισμό και της θάλασσας ακόμα σε ζώνες κρατικής κυριαρχίας.
Παρά τη διάψευση όμως από την πραγματικότητα, η αντίληψη ενός κόσμου χωρίς σύνορα παραμένει ισχυρή γιατί τα πολιτισμικά συμφραζόμενα της εποχής καλλιεργούν την εύκολη πρόσληψή της. Το αξίωμα «δεν υπάρχουν όρια» ισχύει σχεδόν σε όλες τις εκδηλώσεις και τις εκφάνσεις της ιδιωτικής και δημόσιας ζωής.
Το γεγονός ότι όλα είναι πλέον επιτρεπτά στον σύγχρονο ομογενοποιημένο πολιτιστικά κόσμο προσδίδει μια προφάνεια και μια λογική στο δόγμα του «δίχως σύνορα». Ο Ντεμπρέ όμως εντοπίζει, πίσω από την ελαφράδα της ιδεολογίας αυτής, αρκετές δυσμενείς κοινωνικοπολιτικές τάσεις.
Ο οικονομισμός, δηλαδή η κυριαρχία της οικονομίας στην πολιτική, είναι μία από αυτές. Ο τεχνικισμός, η παγκόσμια ενιαία μετα-κουλτούρα της γλώσσας των υπολογιστών, είναι μία άλλη.
Ο απολυταρχισμός, όπως εκδηλώνεται κυρίως στις μεγάλες θρησκείες ως τάση εξάπλωσής τους, ενισχύεται σημαντικά από τη μόδα της άρνησης των συνόρων.
Τέλος, μια νέα, αλλά και τόσο παλιά, μορφή ιμπεριαλισμού ενυπάρχει στην κατάλυση των συνόρων αφού έτσι διευκολύνεται η επιβολή από τις σύγχρονες αυτοκρατορίες πολλαπλών ορίων στους κυριαρχούμενούς τους. Οι κίνδυνοι όμως είναι και άλλοι και επισημαίνονται στην εκτύλιξη του κειμένου.
Ο πόλεμος, ένας από αυτούς, συχνά εκπορεύεται από την απουσία ή την αμφισβήτηση των συνόρων. Παντού στον κόσμο, με κορυφαίο παράδειγμα την Παλαιστίνη, όπου τα σύνορα είναι ρευστά, ελλοχεύει διαρκώς ο πόλεμος. Η άρση δε των συνόρων απομειώνει την εθνοκρατική κυριαρχία και συνακόλουθα ελαχιστοποιεί την εγγυητική της λειτουργία για τους νόμους και τα δικαιώματα.
Ο συγγραφέας αναπτύσσει την προβληματική του με συχνές αναφορές στην ιστορία και σε άλλα κείμενα, λογοτεχνικά ή μη, παίρνει αποστάσεις από την πολιτισμική ισοπέδωση που τείνει να κυριαρχήσει, αναδεικνύει την ιερότητα των συνόρων για πολλούς λαούς, αλλά υπενθυμίζει ταυτόχρονα ότι «κάθε σύνορο, όπως το φάρμακο, είναι γιατρικό και δηλητήριο».
Συμφωνεί με τη διαπίστωση του Αϊμέ Σεζέρ, ενός διανοουμένου και πολιτικού από τη Μαρτινίκα ότι μπορεί κάποιος να χαθεί «από εγκλωβισμό στην ιδιαιτερότητα και από διάλυση στην οικουμενικότητα». Πιστεύει όμως ότι η διάλυση στην οικουμενικότητα είναι σήμερα πολύ πιο πιθανή και γι’ αυτό, τελειώνοντας, ζητά το δικαίωμα στα σύνορα.
Σε μια εποχή γενικής αμφισημίας, ο Ντεμπρέ με το ιδιαίτερο ύφος του και τη βαρύτητα του ονόματός του, καταθέτει ευθαρσώς και αιτιολογημένα την καθαρή άποψή του για την αξία των συνόρων.
Ο Αντώνης Καραβασίλης μετακένωσε τη γλώσσα και το ύφος του συγγραφέα εξαιρετικά.
