Είναι πολύ όμορφο που ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος επιμένει στο έργο του Θανάση Τριαρίδη. Μετά την περσινή συνεργασία τους στον «Μέγκελε», αναλαμβάνει τώρα προσωπικά το ανέβασμα του νέου έργου του, από τη μεριά του σκηνοθέτη και του πρωταγωνιστή.
Η περίπτωση του Τριαρίδη στο θέατρό μας είναι έτσι κι αλλιώς ιδιαίτερη: Το θέατρό του δεν διεκδικεί εξ αρχής τη σκηνική μεταφορά του (αν και παίζεται συχνά, με επιτυχία, και από ηθοποιούς ολκής). Προβάλλει σαν εφαρμογή απόψεων και ζητημάτων που απασχολούν κατά καιρούς τον συγγραφέα.
Είναι η φιλοσοφική κατ’ αρχάς και στη συνέχεια σκηνική υλοποίηση μιας κάποιας «θέσης». Για να ανεβεί λοιπόν δεν θέλει μόνο κάποιον σκηνοθέτη. Θέλει «φίλο».
Το δραματικό μοντέλο που ακολουθεί ο Τριαρίδης είναι σχεδόν πάντα το ίδιο: και εδώ υπάρχει το ίδιο ζευγάρι, μια ετεροπροσωπία, μια σκηνή όπου αποκαλύπτονται στο τέλος οι πιο γυμνές, αδύναμες ζώνες της ταυτότητας, τα εν υπνώσει ψέματα και μυστικά μιας ολόκληρης ζωής.
Ολα αυτά με παθιασμένο ρομαντισμό, σπάνιο ιδεαλισμό, λόγο που παραπέμπει στο ποιητικό θέατρο, αρκετό όνειρο και συνειδητή προσχώρηση στο θέατρο λόγου. Ενα θέατρο που θέλει να ακουστεί και να παιχτεί σαν ζωντανό βιβλίο.
Εδώ το «ζευγάρι» είναι ο πατέρας Λ. και η μητέρα Ι., πρόσωπα που παραπέμπουν ασφαλώς στον μύθο του Οιδίποδα, στον Λάιο και την Ιοκάστη. Εύκολο αυτό. Μόνο που στην πραγματικότητα τα δύο πρόσωπα δεν κουβαλούν τον μύθο τους. Τον αναδημιουργούν. Τον μιμούνται και τον εφαρμόζουν επί σκηνής.
Με την απουσία του γιου και με την πληγή ενός αβάστακτου κακού να μην κλείνει με τα χρόνια, οι δύο τους προσπαθούν να μπουν στο παιχνίδι του μύθου, που λειτουργεί ίσως γι’ αυτούς παρηγορητικά και παραμυθικά.
Πατέρας και γιος γίνονται έτσι το ίδιο δοχείο, ή μάλλον δύο δοχεία συγκοινωνούντα, με κοινό συλλεκτήρα τη μητέρα. Ωστόσο, σήμερα, κάτι συμβαίνει που αλλάζει αυτή την τάξη των πραγμάτων. Σήμερα, την υποθετική μέρα των 18ων γενεθλίων του «γιου», η φάρσα της παρα-τραγωδίας πρέπει επιτέλους να βρει ένα τέλος…
Το παιχνίδι της εθελούσιας πλάνης είναι βέβαια γνωστό και ευρέως χρησιμοποιημένο στο παγκόσμιο θέατρο. Ωστόσο παραμένει πάντα σκηνικά κρίσιμο, και ο Τριαρίδης -είναι αλήθεια- αναλαμβάνει να το διεκπεραιώσει με επιδεξιότητα. Το πράγμα δυσκολεύει σε δύο σημεία: πρώτα στο ότι για κάποιο λόγο, η υπόθεση θέλει να επιβάλει εξ αρχής μυθικές αναγωγές, ψυχαναλυτικές προεκτάσεις και ερμηνευτικές πρωτοτυπίες.
Κι έπειτα, η όποια σύνδεση του έργου με τον αρχαίο μύθο του Οιδίποδα και τις σύγχρονες προεκτάσεις του μοιάζει προβληματική… Αν δεν κάνω λάθος, το «οιδιπόδειο» έχει να κάνει με τη σχέση παιδιού και μητέρας, όχι με τη σχέση του πατέρα προς τον γιο. Εδώ όμως δεν έχουμε ούτε καν αυτό. Εχουμε δύο «γονείς» οι οποίοι τρέφονται από μια συμπλεγματική κι άρρωστη αυταπάτη για την ιδέα ενός χαμένου «παιδιού».
Οπότε, τέλος πάντων, τι σχέση με τον… Οιδίποδα έχει όλο αυτό; Οπως το κατανοώ, το ζήτημα δεν είναι θέμα «ψυχανάλυσης» ή «ερμηνείας» του τραγικού μύθου, αλλά βαθύτερα υπαρξιακό: Είναι η αγάπη που κουρδίζει αυτό το παιχνίδι λελογισμένης τρέλας, όχι το «σύμπλεγμα», όχι ο «μύθος».
Ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος πίστεψε φανερά σε αυτό το έργο (ακόμα και αν θα είχε, φαντάζομαι, τις ίδιες με εμένα δυσκολίες να μεταφέρει τον τίτλο του στην αιτιατική…). Παίζει με νεύρο και πάθος, για να καλύψει ίσως την όποια έλλειψη βάθους υπάρχει πίσω από το πρόσωπο του πατέρα.
Δίπλα του, η Αννα Μάσχα προσπαθεί να φανερώσει κι αυτή το δράμα της γυναίκας πίσω από τα λόγια της. Δεν το πετυχαίνει πάντα και δεν φταίει, νομίζω, αυτή: Ο ρόλος της μοιάζει εξ αρχής αδύναμος, ανολοκλήρωτος, σαν συμπλήρωμα μάλλον παρά σαν ζωντανό πλάσμα.
Πρόκειται για μια πολύ ιδιαίτερη -μοναχική- περίπτωση συγγραφέα του θεάτρου μας, που επιμένει να ακολουθεί τον δικό του δρόμο. Νομίζω ότι η σκηνή μας μπορεί να κερδίσει από αυτόν. Ακόμα και αν ο «Οιδίνους» δεν είναι η πιο αξιόλογη μέχρι σήμερα κατάθεσή του.
