Αμα κανείς αφουγκραστεί σωστά τον τίτλο του βιβλίου, καταλαβαίνει πως η αναζήτηση του υπερβατικού γίνεται μέσα από την υλική αντιστοιχία, την «παράσταση» που εκφράζεται με τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό.
Οπότε μια τέτοια εικόνα (ανα-παράσταση) εμφανίζεται ως μορφή, που αποδίδεται είτε σε σχέδιο είτε υλοποιημένη, πάντως κάτι χειροπιαστό, που καταγράφεται οπτικά.
Τότε, ίσως, και παιχνίδι του ματιού –όμως του σκεπτόμενου ματιού, εκείνου που λέμε «φιλοσοφική ματιά».
Οπου η εξήγηση του κόσμου προηγείται του οπτικού ερεθίσματος. Από όπου και οι αναγκαίες εκδρομές στον φιλοσοφικό στοχασμό «περί υψηλού», στα πιο λαμπερά πνεύματα μετά τον Καντ.

Οι συγγραφείς, ένας τελειόφοιτος Αρχιτεκτονικής στα Χανιά που είχε πριν περιπλανηθεί προς άλλες κατευθύνσεις (βιοτεχνολογία), και ένας ώριμος καθηγητής σχεδιασμού στην ίδια σχολή (με βενετσιάνικη παιδεία), βάζουν ένα τολμηρό στοίχημα.
Να «συλλάβουν» τα ίχνη του υπερβατικού στην αρχιτεκτονική (και έστω ενδεικτικά στην τέχνη) με ενδιάμεσο τον αρχαίο φιλόσοφο Λογγίνο (ή όποιον κρύβεται πίσω από το όνομα αυτό), του οποίου σώθηκε η πολύτιμη πραγματεία Περί Υψους, ακολουθώντας όμως το παράδειγμα του Ιταλο Καλβίνο.
Αυτός είχε επίσης χρησιμοποιήσει κρυπτικά τον Λογγίνο στο τελευταίο του βιβλίο, που δεν πρόλαβε να τελειώσει, Τα Αμερικανικά Μαθήματα. Εξι Προτάσεις για τη Νέα Χιλιετία.
Τον Καλβίνο τον ξέρουμε απέξω κι ανακατωτά από τις Αόρατες Πόλεις του, καιρός είναι να τον δούμε σε όλο του το εύρος.
Πολλοί άλλοι προηγούμενα (το βιβλίο παραθέτει μια βιβλιογραφία με πάνω από 100 τίτλους σχετικούς) έχουν αποδείξει την ύπαρξη υπερβατικής αρχιτεκτονικής, οπότε δεν θα είχε νόημα να επαναληφθεί μια τέτοια πορεία.
Στόχος αντίθετα του βιβλίου είναι, λειτουργώντας ανάμεσα σε λογοτεχνία και αρχιτεκτονική, να τεκμηριώσει την κατάταξη επιλεγμένων παραδειγμάτων σε τέσσερις «λογγίνειες πηγές» συν μία ακόμα, ως σύνθεση των προηγουμένων, ώστε να αποδειχτούν τα πλεονεκτήματα μιας τέτοιας μεθόδου έρευνας.
Οι τέσσερις πρώτες «λογγίνειες πηγές», σύμφωνα με τους συγγραφείς, αντιστοιχούν στην πνευματική διάσταση της αρχιτεκτονικής, την ψυχική διάσταση, το συντακτικό και το λεξιλόγιο της αρχιτεκτονικής.
Αρα, φέρνουν κοντά και συσχετίζουν περιοχές που ώς τώρα θεωρούνταν άσχετες με μια αναζήτηση του υπερβατικού.
Ενα μάλιστα διάγραμμα σε κολάζ του Γ. Περράκη (σελ. 98) δίνει παραστατικά τις συσχετίσεις μεταξύ όλων, και των 5 «πηγών», που μπορεί να μας παρασύρει στο να θεωρήσουμε ότι τα πράγματα είναι απλά και ξεκάθαρα. Που βέβαια δεν είναι αλλά κι ούτε χρειάζεται να είναι.
Αν μπορούσα να ορίσω ένα βασικό κριτήριο, θα πρότεινα να δούμε αυτό το ασυνήθιστο βιβλίο όχι ως «τεκμήριο» που αποδεικνύει τους ισχυρισμούς των συγγραφέων, άρα μας πείθει πως όντως στέκει η πρότασή τους, αλλά ως ένα υψηλότατου επιπέδου πνευματικό «παίγνιο» που επιδεικνύει τις δυνατότητες που παρέχει η τολμηρή υπόθεση που έχουν καταστρώσει οι Περράκης – Σκουτέλης.
Μπροστά στη θεωρητική φτώχεια και την αποψίλωση του νοήματος της αρχιτεκτονικής μετά το Μοντέρνο Κίνημα, εδώ εξελίσσεται ένας αγώνας διαρκούς διεύρυνσης της έννοιας της αρχιτεκτονικής, ώστε να συμπεριλάβει πολύ περισσότερα στοιχεία από όσα συνήθως της αποδίδονται. Αυτό είναι μια κατάκτηση της δικής μας εποχής, με όποιο τρόπο κι αν τιτλοφορηθεί, που επιτρέπει τη νόμιμη προσέγγιση των πολλαπλών επιπέδων του υπερβατικού.
Τελικά, η αναζήτηση του υπερβατικού είναι απλά μια ταιριαστή αφορμή για μια τέτοια περιπέτεια των ιδεών, χρησιμοποιώντας πολλών ειδών οχήματα και σχήματα.
Οι συγγραφείς κινούνται μέσα στον κυκεώνα αυτό με σχετική άνεση χωρίς φλυαρίες, το εικονογραφικό τους υλικό είναι άριστα επιλεγμένο και υψηλής ποιότητας και ο υπομνηματισμός των εικόνων ιδανικός, ώστε να τραβήξει την προσοχή όσων διστάζουν να κολυμπήσουν στα βαθιά νερά του κειμένου.
Συμπληρώνοντας μάλιστα τα παραπάνω για το περιεχόμενο του βιβλίου, ας αναφερθεί ότι το εξώφυλλο και μια εικόνα στην αρχή του δείχνουν ένα σύγχρονο προσκυνητάρι στον Καμαριώτη Μαλεβιζίου στην Κρήτη, έργο των Ν. Σκουτέλη – Φ. Ζανόν, που αναπαριστάνει τη Μεταμόρφωση του Σωτήρος, έμπρακτη απόδειξη συμμετοχής τους σ’ αυτήν την πνευματική αναζήτηση.
Τελειώνοντας την ανάγνωση με ένα απατηλό «Εν κατακλείδι…», παραμένει βέβαια, ως όφειλε, η δίψα των ερωτημάτων, από τα οποία δεν μπορούμε να αποδράσουμε, όπως σημειώνει και ο Πεσόα που παρατίθεται εκεί: «αφού είσαι το άπειρο δεν είναι δυνατόν να αποδράσουμε από σένα!».
