Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τα 400 χρόνια που συμπληρώνονται φέτος από τον θάνατο του διασημότερου ποιητή της αγγλικής γλώσσας θα γιορταστούν όπως πρέπει: σαν να αναφέρεται η επέτειος σε όλη την υφήλιο και σε κάθε μέλος της ανθρωπότητας χωριστά.

Και πράγματι η παλιά προφητεία του Μπεν Τζόνσον, πως τα έργα του ανήκουν στην αιωνιότητα και μόνο σε αυτήν, επαληθεύτηκε και μάλιστα αμφίδρομα: όχι μόνο ο Σέξπιρ ζει στον τόπο του Παραδείσου που συντάσσει ο Δυτικός Κανόνας, αλλά και η έννοια της αιωνιότητας που επιφυλάσσεται για τον νεότερο καλλιτέχνη, μέσω της φήμης και της αξίας, της δημιουργίας και της επίδρασής του, καθορίστηκε εν πολλοίς από το δικό του πρόσωπο.

Σκεφτείτε κάποιον που «ζει μέσα από το έργο του»… Τον Σέξπιρ σκέφτεστε!… Και αν πάλι θέλετε να επιχειρηματολογήσετε για τη σημασία και τη διάρκεια των ανθρωπίνων, από αυτόν ξεκινάτε… Ο θάνατος του Σέξπιρ στην πραγματικότητα γιορτάζεται όχι σαν επέτειος αλλά σαν νίκη επί του θανάτου.

Και πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς… Τι θα ήταν η ανθρωπότητα αν έσβηνε λίγο μετά τη γέννησή του από τη φοβερή επιδημία τύφου που χτύπησε τότε την Αγγλία; Αδύνατον να φανταστούμε τον κόσμο χωρίς τον Σέξπιρ. Το ένδυμα της νεωτερικότητας συνυφαίνεται με κλωστές που λίγο-πολύ ξεμακραίνουμε από το έργο του.

Δεν μπορούμε να σκεφτούμε άλλον να διατύπωσε με τέτοιο τρόπο το ερώτημα του ανθρώπου μέσα στον άνθρωπο και έξω από αυτόν. Πουθενά αλλού δεν βρήκαν οι λέξεις τέτοιο οριστικό δρόμο για να συνδέσουν το πραγματικό με το άρρητο. Και βέβαια ποτέ άλλοτε στη σύγχρονη ιστορία δεν έγιναν όλα αυτά με τέτοιο συναρπαστικό τρόπο, τόση ανατριχίλα, τόση ποίηση, τέτοια μελαγχολία, ρίγος και κέφι.

Είναι, τέλος πάντων, ωραίο πράγμα να μιλάς για τον Σέξπιρ και η συζήτηση ποτέ δεν τελειώνει… Για το νεότερο θέατρο, αυτός, δίπλα βέβαια στους αρχαίους τραγικούς, και κοντά στον Τσέχοφ, αποτελούν την πλατφόρμα του. Χωρίς τον Σέξπιρ, όχι μόνο το αγγλικό, αλλά το κάθε «θέατρο» καταρρέει.

Ο Σέξπιρ για διάφορους λόγους θεωρήθηκε από όλα τα έθνη, υπερ-εθνικός ποιητής. Και σαν τέτοιος έγινε σημείο αναφοράς, έκφρασης αλλά και υπεροψίας κάθε καλλιτέχνη, που, κι αν δεν τον είχε απευθείας πρόγονο, ήθελε να τον στέψει πνευματικό πατέρα του. Αν το καλοσκεφτούμε, κάθε Εθνικό Θέατρο -και το δικό μας- έχει στα θεμέλιά του, στις καταστατικές του αρχές, την ίδια σιωπηλή ρήτρα: «Play Shakespeare!».

Και πράγματι -ο ιστορικός Γιάννης Σιδέρης επισημαίνει από το μακρινό 1964, σε μια σειρά άρθρων του στο περιοδικό «Θέατρο»-, ο Σέξπιρ, δραματουργός και ποιητής, βρέθηκε αυτόματα στο κέντρο του μεταφραστικού και σκηνικού ενδιαφέροντος των Ελλήνων από την αρχή κιόλας της νεότερης εθνικής μας συνείδησης.

Η ιστορία είναι μεγάλη και περίπλοκη, τα ονόματα πολλά και δυστυχώς τα περισσότερα (όπως αυτό του μεγάλου ηθοποιού Νικόλαου Λεκατσά, που έβγαλε κάποτε τον Σέξπιρ από την «κραυγάζουσα» Σχολή του παλιού Ρομαντισμού) σήμερα μένουν ξεχασμένα από τους πολλούς. Ας πούμε όμως τουλάχιστον το εξής: για δεκαετίες το Εθνικό Θέατρό μας δημιούργησε μια πολύ σοβαρή παράδοση στον Σέξπιρ, με σταθερή επάνοδο στα κυριότερα έργα του, φόρο τιμής στον μεγάλο κλασικό.

Δεν είναι καν ζήτημα ποιοι από τους σκηνοθέτες μας δοκιμάστηκαν στον Σέξπιρ – όλοι τους δοκιμάστηκαν: Πολίτης και Ροντήρης και Σολομός και Μουζενίδης και Καραντινός… Κοντολογίς, μέχρι το ’60 το Εθνικό ήθελε να είναι ο Σέξπιρ για τη χειμερινή σκηνή ό,τι περίπου ήταν το αρχαίο δράμα για τους θερινούς μήνες και την Επίδαυρο.

Να βρει κανείς μια σταθερή σε όλες αυτές τις σκηνικές προτάσεις είναι ασφαλώς παρακινδυνευμένο. Χωρίς αμφιβολία θα εντοπίσουμε σε όλες τις παραστάσεις του Εθνικού την ίδια υψηλή κλίμακα της έκφρασης, λυρική απαγγελία, μεστές σκηνογραφίες, ασκημένο σύνολο ηθοποιών… Μα αυτά είναι γενικολογίες που ούτως ή άλλως περισσεύουν σε κάθε αναφορά στο Εθνικό των προπολεμικών και μεταπολεμικών χρόνων.

Ισως περισσότερο ενδιαφέρον έχει η σχέση που αναπτύχθηκε ανάμεσα στον Σέξπιρ και το θέατρο τέχνης μας, είτε παλιότερα, όταν αυτό εκπροσωπούνταν από τον Ρώτα και τον Κουν, είτε -μετά το ’60 κυρίως- με τους θιάσους της πρωτοπορίας που ξεπρόβαλλαν ολοένα και πιο δυναμικά στην τότε σκηνή.

Είχε επιδράσει βέβαια αποφασιστικά η έκδοση στα ελληνικά του βιβλίου του Κοτ, που ζητούσε (και επέβαλε διεθνώς) ένα καινούργιο βλέμμα στον Σέξπιρ, ικανό να τον βγάλει από τις κατά τόπους κρατικές σκηνές και να τον βάλει να κυκλοφορεί σαν συνωμότης του ονείρου στον δρόμο με τους φοιτητές του ’68. Ο Σέξπιρ έγινε κάποια στιγμή «σύγχρονος», συνοδοιπόρος και οδηγός μιας ολόκληρης νέας γενιάς καλλιτεχνών.

Το ωραίο είναι πως με αυτόν τον τρόπο έχασε κάθε ακαδημαϊκιστική βαρύτητα. Ξανάνιωσε, μπήκε στην ποπ κουλτούρα, θεωρήθηκε ο πιο έγκυρος αναλυτής του μηχανισμού εξουσίας, ο πιο βαθύς ανατόμος του σύγχρονου ανθρώπου, ο εμβληματικός εκφραστής της νεότερης αμηχανίας απέναντι στους εξαρθρωμένους καιρούς.

Μια γεύση μόνο, από τα δικά μας κι από εκείνη την εποχή: Κοντά στα 1970, ο Γιώργος Μιχαηλίδης παρουσιάζει το «Εκείνο το βράδυ παίζαμε “Ρωμαίο και Ιουλιέτα”», βάζοντας το σεξπιρικό έργο να συνομιλεί με το βίαιο πολιτικό περιβάλλον της εποχής. Και από κοντά τότε, η Μαριέττα Ριάλδη ανεβάζει έναν πρωτοποριακό «Αμλετ», με την ίδια στον κεντρικό ρόλο.

Από τότε βέβαια κύλησε νερό στο αυλάκι, μια Μεταπολίτευση γεμάτη με Σέξπιρ σε όλες τις μορφές – κάποτε μάλιστα και ολόκληρο σε μία μόνο ώρα… Ο Σέξπιρ όμως παρέμεινε πάντα στο προσκήνιο της νεανικής σκηνής και στην πραγματικότητα ένας λόγος που θυμόμαστε την Πειραματική Σκηνή του Εθνικού είναι ασφαλώς και για το «Αγάπης αγώνας άγονος» του Στάθη Λιβαθινού στα 2002.

Ακόμα και σήμερα, στο περιβάλλον της κρίσης (κι όχι μόνο της οικονομικής), ο Σέξπιρ εξακολουθεί να εμπνέει τους ανήσυχους καλλιτέχνες μας. Είναι ο καλύτερος τρόπος να παίξεις με τις αρχικές συνθήκες του θεάτρου («Ρωμαίος και Ιουλιέτα για 2» του Κώστα Γάκη), να μιλήσεις για την εξουσία όπως την καταλαβαίνεις («Ριχάρδος ΙΙ» της Ελλης Παπακωνσταντίνου), να την αφηγηθείς («Ερρίκος, Εδουάρδος, Ριχάρδος» του Γιώργου Γάλλου) ή να τη σατιρίσεις απλόχερα («Περικλής» με το Εθνικό του Γιάννη Χουβαρδά).

Μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις με τον Σέξπιρ: να τον κάνεις όσο καρτουνίστικο θέλεις («Ριχάρδος ΙΙΙ» του Χουβαρδά) και όσο σκοτεινό («Ονειρο καλοκαιρινής νύχτας» του Μιχαήλ Μαρμαρινού). Δεν ενοχλείται αν βάλεις στο παιχνίδι του video games («Οπως σας αρέσει» του Οδυσσέα Κωνσταντίνου), κεράσια να ματώνουν στον τοίχο («Ρωμαίος και Ιουλιέτα» του Μαρμαρινού), ροκ μπαλάντες να συνοδεύουν εφηβικά όνειρα («Ονειρο καλοκαιρινής νύχτας» από την Τζωρτζίνα Κακουδάκη).

Ετσι κι αλλιώς, το θέατρό μας, το παγκόσμιο θέατρο, συμμετέχει εδώ και 400 χρόνια στο άτυπο φεστιβάλ Σέξπιρ: παραστάσεις πάνε κι έρχονται, εμφανίζονται και εξαφανίζονται. Αυτό που μένει είναι η εικόνα του ποιητή να χαμογελά από κάποιο αμφίβολο πορτρέτο του, με το χαμόγελο της Τζοκόντας. Είμαστε όλοι ερωτευμένοι μαζί του.

Ολη η υφήλιος γιορτάζει την επέτειο (23.4.1616) του κορυφαίου δραματουργού και ποιητή της αγγλικής γλώσσας, ο οποίος εδώ και δεκαετίες βρίσκεται στο κέντρο του μεταφραστικού και σκηνικού ενδιαφέροντος των Ελλήνων.

Ολοι οι σκηνοθέτες μας δοκιμάστηκαν μαζί του: από τους Πολίτη, Ροντήρη, Κουν, Σολομό μέχρι τους Μιχαηλίδη, Λιβαθινό, Χουβαρδά, Μαρμαρινό.

Η ακαδημαϊκή οπτική γρήγορα αφέθηκε στην άκρη, ο Βάρδος έγινε σύγχρονός μας, μπήκε στην ποπ κουλτούρα, κυκλοφόρησε στον δρόμο με τους φοιτητές του ’68, μίλησε για την εξουσία, συνόδευσε τα εφηβικά όνειρα, κέντρισε κάθε είδους πρωτοπορία και εξακολουθεί να εμπνέει δυναμικά τους καλλιτέχνες.