Η απόφαση να απονεμηθεί φέτος το Βραβείο Καρλομάγνου στον Πάπα Φραγκίσκο έχει ξεχωριστή σημασία. Ορισμένοι θα πουν με ειρωνεία ότι δεν πάει καλά η Ευρωπαϊκή Ενωση για να χρειάζεται τη βοήθεια του Πάπα, ενώ άλλοι θα διερωτηθούν για ποιον ακριβώς λόγο απονέμεται σε έναν Πάπα από την Αργεντινή ένα βραβείο για την ειρηνική ενοποίηση της Ευρώπης.
Είμαστε πεπεισμένοι ότι ο Πάπας Φραγκίσκος δικαιούται τη διάκριση αυτή για την ελπίδα που προσέφερε στην Ευρώπη.

Ισως να χρειάζονται τα μάτια ενός Αργεντινού, που βλέπει από έξω τι μας συνδέει πραγματικά εμάς τους Ευρωπαίους, για να συνειδητοποιήσουμε τα δυνατά σημεία μας.
Γιατί, ειδικά σε καιρούς όπου κρίση και Ευρώπη ταυτίζονται όλο και περισσότερο στα μάτια της κοινής γνώμης, εύκολα ξεχνάμε τι έχει επιτύχει ώς τώρα και τι είναι ικανή να επιτύχει ακόμη η Ευρώπη: οι γονείς μας οικοδόμησαν μέσα από τα ερείπια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ένα εγχείρημα ειρήνης και ανθρωπιάς.
Γύρισαν συνειδητά την πλάτη στην πολεμικότητα, τη μανία εξόντωσης και την απανθρωπιά του πρώτου μισού του 20ού αιώνα. Προτίμησαν να ενώσουν τις δυνάμεις τους για μια Ευρώπη χωρίς νικητές και νικημένους, αλλά μόνο με κερδισμένους. Και σε τούτο τους οδήγησαν τα ιστορικά συμπεράσματα: Γιατί όποτε εμείς οι Ευρωπαίοι ήμασταν διχασμένοι πήγαιναν όλα άσχημα, κι όταν ήμασταν ενωμένοι ήταν καλύτερα για όλους.
Ψυχή της Ευρώπης είναι οι αξίες της. Κι αυτό ακριβώς μας επισημαίνει ο Πάπας όταν μας υπενθυμίζει πως «μια Ευρώπη που νοιάζεται για τον άνθρωπο, που προστατεύει και προασπίζεται την αξιοπρέπειά του, αποτελεί πολύτιμο σημείο αναφοράς για ολόκληρη την ανθρωπότητα».
Ωστόσο, μέσα στον πυρετό των αλλεπάλληλων συνόδων κορυφής για την κρίση, όπου ο κόσμος διερωτάται αν τελικά συμμεριζόμαστε όλοι στην Ευρώπη τις ίδιες αξίες, είναι ακόμη πιο σημαντικό να αναλογιστούμε τα κοινά δυνατά σημεία μας. Γιατί στην εποχή της παγκοσμιοποίησης είναι ακόμη επιτακτικότερο εμείς οι Ευρωπαίοι να αντιμετωπίσουμε τις τρεις σύγχρονες προκλήσεις:
Πρώτον, να διατηρήσουμε τον ευρωπαϊκό τρόπο ζωής μας. Σε έναν διαρκώς δικτυωμένο κόσμο, όπου αναδεικνύονται νέες χώρες και περιφέρειες, πρέπει να ενώσουμε τις δυνάμεις μας. Μειώνεται το μερίδιο της Ευρώπης και των εθνών της, τόσο στην παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη όσο και στον παγκόσμιο πληθυσμό. Οποιος πιστεύει ότι η εικόνα αυτή δικαιολογεί την επιστροφή στα εθνικά κράτη έχει χάσει την επαφή με την πραγματικότητα.
Γιατί όσο κι αν η συγκεκριμένη εξέλιξη μπορεί να μη μας αρέσει, δεν μπορούμε να την αναστρέψουμε· μπορούμε όμως να την κατευθύνουμε εκεί που θέλουμε εμείς, αν βεβαίως συνεργαστούμε. Κανένα κράτος δεν μπορεί από μόνο του -όση επιρροή κι αν έχει- να επιβάλει συμφέροντα και αξίες, αλλά ενωμένοι μπορούμε κάλλιστα να συνδιαμορφώσουμε τους κανόνες του παιχνιδιού στον ανταγωνισμό των δυνάμεων.
Αξίζει, επομένως, να μείνουμε ενωμένοι εμείς οι Ευρωπαίοι, γιατί εδώ κρίνεται η τύχη του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου μας, που βασίζεται στη δημοκρατία, στο κράτος δικαίου, στην αλληλεγγύη και στα ανθρώπινα δικαιώματα. Εχουμε αστικά δικαιώματα, ελευθεροτυπία και δικαίωμα στην απεργία, και δεν έχουμε βασανιστήρια, ούτε παιδική εργασία ούτε θανατική ποινή.
Αντλούμε την οικονομική μας ισχύ από την κοινή εσωτερική αγορά, και με την ισχύ αυτή μπορούμε να εξασφαλίσουμε για το μέλλον και να ενισχύσουμε την αξιακή κοινωνική μας τάξη.
Δεύτερον, να εγγυηθούμε την ασφάλεια και την ειρήνη. Αν εμείς οι Ευρωπαίοι υιοθετούμε κοινές θέσεις, μπορούμε να επιτύχουμε τόσο πολλά. Αυτό φάνηκε από την πυρηνική συμφωνία με το Ιράν και τη συμφωνία του Παρισιού για την προστασία του κλίματος.
Τα παραδείγματα αυτά θα πρέπει να μας ωθήσουν να ενεργούμε από κοινού και να αναλαμβάνουμε μεγαλύτερη ευθύνη, ως Ευρωπαίοι, στη διεθνή σκηνή. Γιατί ο κόσμος γίνεται πιο απρόβλεπτος και -όπως λένε κάποιοι- πιο επικίνδυνος. Οι Ηνωμένες Πολιτείες περιορίζουν διαρκώς τη διεθνή τους δράση, η Ρωσία γίνεται ολοένα επιθετικότερη και η Κίνα αυξάνει την επιρροή της στην ανατολική Ασία.
Εχουμε συγκρούσεις και πολέμους στην άμεση γειτονιά μας: στη Συρία πεθαίνει κόσμος καθημερινά και η κατάσταση στην ανατολική Ουκρανία παραμένει ανησυχητική. Οι επιθέσεις στις Βρυξέλλες όπως και στη Λαχόρη, στην Κωνσταντινούπολη και στο Παρίσι, ήταν μια πικρή υπενθύμιση του γεγονότος ότι η ισλαμική τρομοκρατία συνιστά παγκόσμια απειλή.
Με δεδομένη αυτή την παγκόσμια τάξη πραγμάτων δεν έχουμε την πολυτέλεια να αναλωνόμαστε σε εθνικισμούς· πρέπει να εκφραζόμαστε με μία φωνή, γιατί μόνο έτσι μπορούμε να πολλαπλασιάσουμε την επιρροή μας.
Τρίτον, να διαχειριστούμε τη μετανάστευση. Οι άνθρωποι που εγκαταλείπουν σήμερα τον τόπο τους για να γλιτώσουν από πολέμους, συγκρούσεις και διώξεις είναι περισσότεροι απ’ ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη χρονική περίοδο μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ανδρες, γυναίκες και παιδιά έρχονται σε μας αναζητώντας προστασία από τη βαρβαρότητα του «Ισλαμικού κράτους» και από τα «βαρέλια-βόμβες» του Ασαντ.
Η πρόκληση είναι τόσο μεγάλη που κανένα κράτος-μέλος δεν μπορεί να την αντιμετωπίσει μόνο του, μπορούμε όμως να αναλάβουμε την ευθύνη αυτή από κοινού, ως ήπειρος με περισσότερους από 500 εκατομμύρια κατοίκους.
Η επίσκεψη του Πάπα Φραγκίσκου στη Λέσβο δεν ήταν απλώς συμβολική χειρονομία. Πήρε μαζί του δώδεκα Σύρους πρόσφυγες, ενεργώντας με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα και αλληλεγγύη απ’ ό,τι πολλά κράτη-μέλη της Ε.Ε. και καλώντας μας με τον τρόπο αυτόν σε δράση. Η αλληλεγγύη και η αγάπη προς τον πλησίον δεν πρέπει να ακούγονται ωραία μόνο στα κυριακάτικα κηρύγματα· οι αξίες αυτές έχουν αξία μόνο όταν τις κάνουμε πράξη.
Αυτό ακριβώς επιχειρούν καθημερινά μυριάδες εθελοντές, οι οποίοι, υπερβαίνοντας συχνά τα όρια της αντοχής τους, βοηθούν τους ανθρώπους αυτούς να βρουν μια διέξοδο από τον τρόμο, τον πόλεμο και τη βία. Παρέχουν στους πρόσφυγες τροφή, τους βρίσκουν κάτι να φορέσουν και προσφέρουν στα παιδιά μόρφωση για να μπορούν να έχουν μέλλον.
Οι εθελοντές αυτοί δείχνουν στους πρόσφυγες και στον κόσμο το ανθρώπινο πρόσωπο της Ευρώπης. Αυτό είναι και το καθήκον της πολιτικής – ιδίως σε μια ήπειρο που η ιστορία της είναι γεμάτη με φράχτες και τείχη, χαρακώματα και σύνορα. Το ότι ξεπεράσαμε τα φαινόμενα αυτά και εδραιώσαμε την ειρήνη και την ευημερία αποτελεί επίτευγμά μας από το οποίο επωφελείται ο καθένας μας, για παράδειγμα όταν ταξιδεύουμε ή εμπορευόμαστε σε άλλη χώρα.
Ο Πάπας Φραγκίσκος πιστεύει πραγματικά ότι θα το πράξουμε. Περιμένει ότι θα αξιοποιήσουμε καλύτερα τις δυνάμεις μας. Γιατί αναπτύσσοντας συνεργασία και χτίζοντας γέφυρες ανάμεσα σε ανθρώπους και χώρες όπως ξέρουμε εμείς στην Ευρώπη, ξεπεράσαμε ήδη τη διαίρεση της ηπείρου μας.
Και τώρα, με τη σημερινή πολλαπλή κρίση, μπορούμε να αξιοποιήσουμε αυτά τα δυνατά μας σημεία περισσότερο από ποτέ. Οι προϋποθέσεις για τούτο είναι ίσως καλύτερες απ’ ό,τι πιστεύουμε.
Και πάντως ο Πάπας μάς δίνει μεγάλο θάρρος όταν λέει ότι «οι δυσκολίες μπορούν να γίνουν ισχυροί παράγοντες ενοποίησης». Είναι επομένως καιρός οι Ευρωπαίες και οι Ευρωπαίοι να ορθώσουμε το ανάστημά μας και να παλέψουμε για την κοινή μας Ευρώπη.
