Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μέχρι τον Ιανουάριο ήταν στη σκηνή του «Βασιλάκου». Ακμαίος και ξεχωριστός στον «Θείο Βάνια» της Λίλλυς Μελεμέ, που κράτησε λόγω μεγάλης επιτυχίας δύο σεζόν. Και η δική του ερμηνεία, στον ρόλο του εγωκεντρικού καθηγητή Σερεμπριάκοφ, να διεκδικεί τα πρωτεία σε μια παράσταση συνόλου (Φέρτης, Μάινας, Καλτσίκη, Ψάλτη).

Κάποιοι τυχεροί θεατές έτσι θα τον κρατήσουν στη μνήμη τους, με τον τελευταίο θεατρικό του ρόλο, τον Γιάννη Βόγλη, που πέθανε χθες το πρωί, σε ηλικία 79 χρόνων, στο «Ιπποκράτειο». Μια εγχείρηση για ειλεό, στην οποία υποβλήθηκε πριν από λίγο καιρό, είχε πάει καλά. Δυστυχώς αναγκάστηκε να νοσηλευτεί και πάλι λόγω επιδείνωσης του αναπνευστικού. Κι αυτή τη φορά δεν άντεξε.

Εζησε μια μακριά και πλούσια καλλιτεχνική ζωή ο Γιάννης Βόγλης κι ας πλημμύρισαν χθες ραδιόφωνα, τηλεοράσεις και διαδίκτυο με αναφορές σε δύο μόνο κινηματογραφικές στιγμές του, που είναι πάντως όντως θρυλικές και τις χρωστά και τις δυο στον σκηνοθέτη Βασίλη Γεωργιάδη.

Στην πρώτη, αρρενωπός βοσκός, αλλά αφελής και πρωτόγονος, σκεπασμένος ντάλα καλοκαίρι με μια τριχωτή κάπα, να κυνηγάει την έντρομη (δικαίως) Αν Λόμπεργκ με ένα μίνι με μαιάνδρους. Και να της φωνάζει την πασίγνωστη φράση «στάσου, μύγδαλα». Και από πίσω, ακόμα μια θεία μουσική του Ξαρχάκου να υπογραμμίζει το ερωτικό δράμα μιας ταινίας («Κορίτσια στον ήλιο») που έγινε μεγάλη και διαχρονική επιτυχία (1969).

Στη δεύτερη να βρίσκει τον θάνατο από κολίγο, αλλά πήγαινε κι αυτός γυρεύοντας: και τους ξεσηκωμένους εναντίον του τσιφλικά πατέρα του δεν ήθελε να βοηθήσει και είχε απαγάγει και βιάσει την αγαπημένη του αδελφού του, Νίκου Κούρκουλου, Μαίρη Χρονοπούλου. Η ταινία, όμως, «Το χώμα βάφτηκε κόκκινο» κέρδισε υποψηφιότητα για Οσκαρ ξένης ταινίας (1966) και ο Γιάννης Βόγλης έμπαινε στη δεκαετία του ‘70 ως ηθοποιός που μπορούσε άνετα να γυρίζει τη μία ταινία μετά την άλλη, σε ρόλους πρωταγωνιστικούς, ενώ συγχρόνως στο θέατρο κυνηγούσε τα όνειρά του.

Γεννημένος στην Αθήνα το 1937, σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Πέλου Κατσέλη. Την πρώτη του εμφάνιση στο θέατρο την έκανε το 1961, στα χέρια του Καρόλου Κουν, με το έργο του Μπρεχτ «Η άνοδος του Αρτούρο Ούι».

Συνέχισε συνεργαζόμενος με κορυφαίους ηθοποιούς (Λαμπέτη, Κατράκης, Αλεξανδράκης), δοκίμασε -πάντα μαχητικός- και μόνος του τις δυνάμεις του, με δικό του θίασο, ενώ την περίοδο 1974-78 πέρασε μια χρυσή εποχή στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, που δικαίως τον αποχαιρέτησε χθες με συγκινητική ανακοίνωση.

Εκεί συνάντησε τον Μίνω Βολανάκη, που πολύ εκτιμούσε το ταλέντο του και του εμπιστεύτηκε και πιο μοντέρνα πράγματα, όπως το μονόπρακτο του Πίντερ «Επίδειξη μόδας», σε μια παράσταση του 1976 που είχε προκαλέσει τεράστια αίσθηση και κατέβηκε και στην Αθήνα.

Εκεί έπαιξε και μεγάλους ρόλους στην αρχαία τραγωδία, όπως τον «Φιλοκτήτη» του Σοφοκλή (1974), και στον Σέξπιρ, όπως τον «Κοριολανό», πάντα σε σκηνοθεσία Κωστή Μιχαηλίδη.

Δεύτερη καλλιτεχνική του άνθηση ήταν η εποχή που συνεργάστηκε με τη Θεατρική Εταιρεία Πράξη της Μπέττυς Αρβανίτη σε μια σειρά σημαντικών παραστάσεων με τους καλύτερους σκηνοθέτες: «Η κυρία από τη θάλασσα» του Ιψεν (Μίνως Βολανάκης, 1994), «Η επιστροφή» του Πίντερ (Νίκος Μαστοράκης, 2002), «Ο χορός του θανάτου» του Στρίντμπεργκ (Νίκος Χατζόπουλος, 2006), κ.ά.

Το 2002 βρέθηκε στην Επίδαυρο, παίζοντας «Οιδίποδα επί Κολωνώ» σε μια παράσταση του Μίμη Κουγιουμτζή που συγκέντρωνε πολλά αστέρια του Θεάτρου Τέχνης (Πιττακή, Φέρτης, Παπαβασιλείου, Γέρου), όχι όμως και τον Γιώργο Λαζάνη, που άρρωστος αποσύρθηκε και έδωσε τη θέση του στον Γιάννη Βόγλη.

Εκανε πολλά και τολμηρά στη ζωή του. Ιδρυσε μαζί με άλλους τον καλλιτεχνικό οργανισμό «Ανατολή» (δεκαετία του ‘80) και άρχισε μια σειρά μεγάλων, πιο λαϊκών παραγωγών, που έκαναν και περιοδεία στο εξωτερικό («Ο καλός στρατιώτης Σβέικ», «Αγαπημένε μου παππού», «Προμηθέας Δεσμώτης»). Ακόμα και από την καλλιτεχνική διεύθυνση θεάτρων της Κύπρου πέρασε (Λεμεσό και Λάρνακα) αλλά και από το δικό μας ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας (2009-2011).

Τέλος, πολλά και επιτυχημένα σίριαλ («Ψίθυροι καρδιάς», «Σύνορα αγάπης», «Αφρικα» κ.ά.) κράτησαν πάντα ζωντανή την απήχησή του στο πλατύ κοινό. Και όλα αυτά τα χρόνια μοιραζόταν τη ζωή του με την πανέμορφη Σκοτσέζα σύζυγό του Μιράντα, με την οποία απέκτησαν δύο γιους.