Η πρόσφατη εκλογή του αουτσάιντερ Κυριάκου Μητσοτάκη στην ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας πυροδότησε αντιδράσεις σε όλο το πολιτικό φάσμα. Συνυπολογίζοντας ότι κόμιζε ένα καθαρό πολιτικό μήνυμα, αέρα ανανέωσης στη μουδιασμένη συντηρητική παράταξη, αποδείχθηκε μια εξαιρετικά επιτυχημένη υποψηφιότητα.
Αν κάτι όμως παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον, είναι το κύμα ενθουσιασμού που προκάλεσε όχι τόσο στους κόλπους της Ν.Δ. όσο ίσως σε εκείνους του συνθηματικά λεγόμενου «μεταρρυθμιστικού Κέντρου».
Πολίτες και δημόσια πρόσωπα που τοποθετούνται σε αυτόν τον ενδιάμεσο χώρο, είτε στην εκδοχή του «ριζοσπαστικού Κέντρου» (Ποτάμι) είτε της «Κεντροαριστεράς»/Σοσιαλδημοκρατίας (Δημοκρατική Συμπαράταξη), έσπευσαν να χαιρετίσουν την ανάδειξη της νέας ηγεσίας της Ν.Δ. ως προοίμιο μιας πολιτικής συμπόρευσης υπό τη σκέπη ενός ευρύτερου ευρωπαϊκού μεταρρυθμιστικού μετώπου.
Ως ιδεολογική γέφυρα που ενώνει τις δύο όχθες προτάθηκε το φιλελεύθερο πολιτικό προφίλ. Κάπου εδώ όμως ανακύπτει ένα πρόβλημα εννοιολογικό. Σε τι συνίσταται αυτός ο «φιλελευθερισμός» που μπορεί να φέρνει κοντά ανθρώπους που ανήκουν σε διακριτούς χώρους;
Ο φιλελευθερισμός είναι μια από τις μεγάλες πολιτικές μήτρες της σύγχρονης δημοκρατίας. Στην κλασική του εκδοχή αποτέλεσε ένα εγχείρημα σύνθεσης της ατομικής και συλλογικής αυτονομίας με την ισότητα και την αλληλεγγύη – το τρίπτυχο της Γαλλικής Επανάστασης. Δεν είναι όμως ενιαίος και αδιαίρετος, αλλά ένα πληθυντικό φαινόμενο στην ιστορία των μοντέρνων ιδεών.
Από την κοινή ρίζα βλάστησαν μια σειρά ποικιλίες που συνάπτονται σε διακριτά ιδεολογικά σύνολα (Catherine Audard, Qu’est-ce que le libéralisme?, Gallimard, 2009). Ποικιλίες που πολώνονται ιδίως γύρω από μια άλλη, αξεπέραστη μήτρα της νεωτερικότητας: τη διάκριση Αριστερά-Δεξιά.
Για να επιστρέψουμε στα καθ’ ημάς, η ηγεσία Μητσοτάκη φέρει πολλά στοιχεία εκείνου του φιλελευθερισμού που στο πεδίο των ατομικών δικαιωμάτων προωθεί την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του καθενός.
Ο ίδιος άλλωστε υπερψήφισε με τόλμη το προωθημένο από τη σκοπιά αυτή σύμφωνο συμβίωσης – όσο και αν επρόκειτο για μια πολιτική πρωτοβουλία του πολιτικού του αντιπάλου και παρότι γρήγορα το φιλελεύθερο στίγμα θόλωσε από τη συμπόρευση με εκπροσώπους μιας ακραία συντηρητικής, αντι-φιλελεύθερης τάσης εντός της Ν.Δ.
Ωστόσο, το φιλελεύθερο προφίλ έχει διπλή όψη. Στο σκέλος που αφορά τις δημόσιες πολιτικές, τις περιώνυμες «μεταρρυθμίσεις», ο Μητσοτάκης είναι εκφραστής μιας ποικιλίας φιλελευθερισμού που μάλλον απέχει από την κλασική μήτρα. Δεν είναι βέβαια όλα «νεοφιλελευθερισμός», όπως συνηθίζει με ευκολία να εγκαλεί τους αντιπάλους της μια ορισμένη αριστερή αφήγηση.
Θα πρέπει όμως κάπως να ονοματίσουμε μια πολιτική πρόταση που τάσσεται υπέρ της μεγαλύτερης δυνατής απελευθέρωσης της οικονομίας και της αγοράς εργασίας, της ελάχιστης δημόσιας παρέμβασης με ένα μίνιμουμ δίχτυ ασφαλείας για τους αδύναμους κ.ο.κ.
Η πολιτική είναι (και) ζήτημα διακρίσεων. Αν κάτι διακρίνει τις αριστερόστροφες από τις δεξιόστροφες ποικιλίες φιλελευθερισμού είναι ακριβώς η έμφαση σε έναν διττό στόχο: την επιδίωξη της ισότητας μέσω της ορθολογικής δημόσιας παρέμβασης.
Οσο θεμιτές μπορεί να είναι οι ευρύτερες πολιτικές συνεργασίες σε μια πλουραλιστική δημοκρατία (και δη σε συνθήκες κρίσης) άλλο τόσο ισχύει ότι δεν μπορεί όλοι να ανήκουν στην ίδια παράταξη. Η παρεμβατική επιδίωξη της ισότητας αποτελεί μείζον πολιτικό όριο ανάμεσα, ας πούμε, σε σοσιαλδημοκράτες μεταρρυθμιστές και δεξιούς φιλελεύθερους.
Ο λόρδος Κέινς, θεμελιωτής μιας σύγχρονης εκδοχής της, ήταν ένας αστός φιλελεύθερος. «Ο ταξικός πόλεμος», έλεγε, «θα με βρει στο πλευρό της τάξης στην οποία ανήκω, της καλλιεργημένης αστικής τάξης». Την ίδια στιγμή όμως, τασσόταν υπέρ της μετάβασης «από την οικονομική αναρχία προς ένα καθεστώς που επιδιώκει εμπρόθετα να ελέγξει και να κατευθύνει τις οικονομικές δυνάμεις χάριν της δικαιοσύνης και της κοινωνικής σταθερότητας» («Am I a liberal?», 1925).
Μερικές δεκαετίες αργότερα, η Mont-Pèlerin Society, δημιουργία του Φρίντριχ Χάγεκ στο ομώνυμο ελβετικό χωριό το 1947, αποτελούσε τη γενέθλια πράξη μιας αντίρροπης ποικιλίας φιλελευθερισμού. Ο ανανεωμένος, συντηρητικός νέος φιλελευθερισμός θα έβαζε τη λογική της απρόσκοπτης, αυθόρμητης εξέλιξης της κοινωνικής ζωής και της αγοράς στη θέση του έλλογου συνειδητού σχεδιασμού που στόχο έχει ακριβώς να τιθασεύονται οι ανισορροπίες που γεννούν οι αυθόρμητες τάσεις.
Ολα αυτά δεν είναι ιστορικές ιδεολογικές σκιαμαχίες. Η παρούσα «κατάσταση ανάγκης» δεν αναστέλλει τις πολιτικές διαιρέσεις – αντιθέτως, αυτές εμπλέκονται ευθέως με το καίριο ερώτημα «Πώς θα βγούμε, λοιπόν, από την κρίση;».
Μια δυνατή απάντηση είναι: με περισσότερη απελευθέρωση, ακολουθώντας άλλωστε τη «φυσική» τάση της σύγχρονης οικονομίας· μια άλλη: με περισσότερη παρέμβαση και ρύθμιση χάριν της ισότητας ευκαιριών και της αναδιανομής πόρων ως προϋπόθεση της ελευθερίας (εφόσον και η ίδια η κρίση είναι προϊόν μιας παγκοσμιοποιημένης οικονομίας απαλλαγμένης από ρυθμιστικά δεσμά).
Η επιλογή της μιας ή της άλλης απάντησης έχει σαφείς πολιτικές συνέπειες. Αν έτσι έχουν λοιπόν τα πράγματα, τότε η προσέγγιση προοδευτικών (σοσιαλδημοκρατών ή αριστερών) μεταρρυθμιστών με δεξιούς φιλελεύθερους σε αυτό το έδαφος δεν είναι γεφύρωση αλλά μάλλον προσχώρηση των πρώτων στο πολιτικό πεδίο των δεύτερων.
* Πολιτικός επιστήμονας ([email protected]). Από τις εκδόσεις Πόλις κυκλοφορεί το βιβλίο του «Ευρωκομμουνισμός. Από την κομμουνιστική στη ριζοσπαστική ευρωπαϊκή Αριστερά»
