Γιάννης Τσίρμπας
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η μελέτη των ανισοτήτων και ο τρόπος αντιμετώπισής τους αποτελεί, εδώ και δεκαετίες, ένα πολύ ενδιαφέρον επιστημονικό πεδίο, αλλά και πεδίο πολιτικής συζήτησης, το οποίο αναζωπυρώνεται, εύλογα, σε περιόδους βαθιάς οικονομικής κρίσης.

Στο βιβλίο του «Γιατί πρέπει να αγωνιζόμαστε κατά των ανισοτήτων;», ο Jean-Fabien Spitz, καθηγητής πολιτικής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Σορβόνης, επιχειρεί να δώσει απαντήσεις σε μια σειρά από σχετικά ζητήματα.

Κεντρικό αντικείμενο της ανάλυσης και της κριτικής του είναι το γεγονός ότι στις σύγχρονες κοινωνίες οι πρωταρχικές αξίες της ισότητας και της ελευθερίας παρουσιάζονται ως ασύμβατες μεταξύ τους.

Οτι, δηλαδή, δεν μπορούμε να επιβάλουμε θυσίες σε όσους έχουν υπέρ όσων δεν έχουν, χωρίς να υπονομεύουμε την ελευθερία των πρώτων και να υποθάλπουμε την ανευθυνότητα των δεύτερων.

Ο Spitz θεωρεί ότι η κυριαρχία της συγκεκριμένης άποψης στον δημόσιο λόγο αποτελεί ένδειξη ότι οι σύγχρονες κοινωνίες δεν είναι πια προοδευτικές και ότι υποχωρούν από τη βασική αρχή ότι η συλλογική συνύπαρξη γεννά ζητήματα δικαιοσύνης, τα οποία οι κοινωνίες οφείλουν να διευθετήσουν.

Ο Spitz θέτει αρχικά στο αναλυτικό στόχαστρό του το σοσιαλδημοκρατικό πρόγραμμα για την αντιμετώπιση των ανισοτήτων. Δεν το απορρίπτει ολοκληρωτικά, το χαρακτηρίζει, όμως, ανεπαρκές διότι επικεντρώνεται σε μια λογική εξίσωσης των αρχικών ευκαιριών, αντιμετώπισης, δηλαδή, των κοινωνικών ανισοτήτων, αγνοώντας παντελώς τις ανισότητες που απορρέουν από αυτό που ονομάζει «γενετική λοταρία», δηλαδή τα ταλέντα ή τη φυσική ενεργητικότητα κάθε μέλους της κοινωνίας.

Τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά δεν βασίζονται στη βούληση και δεν εξαρτώνται από τον έλεγχό μας. Συνεπώς, γράφει ο Spitz, μετερχόμενος τον Rawls, είναι ανήθικο να επωμιζόμαστε τις συνέπειες αυτής της γενετικής λοταρίας, για την οποία δεν φέρουμε καμία ευθύνη. Στον βαθμό, λοιπόν, που η σοσιαλδημοκρατία δεν ασχολείται και με αυτές τις ανισότητες, η κοινωνία που υπόσχεται είναι, κατά τον Spitz, εξίσου αθέμιτη με την κοινωνία που θέλει να αντικαταστήσει.

Προφανώς, από την κριτική του Spitz δεν θα μπορούσε να μείνει έξω η κυρίαρχη, νεοφιλελεύθερη προτεινόμενη λύση για τις ανισότητες, δηλαδή η ανάπτυξη. Ο νεοφιλελευθερισμός δεν ασχολείται καν με τον τρόπο κατανομής του πλούτου και τις συνθήκες, εντός των οποίων ο πλούτος παράγεται και συσσωρεύεται.

Περιμένοντας την ανάπτυξη, λοιπόν, «την παλίρροια που θα σηκώσει όλα τα πλοία», οι σύγχρονες κοινωνίες ανέχονται εντός τους μεγάλα τμήματα πληθυσμού που ζουν στην ανέχεια, χωρίς πρόσβαση σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες.

Εδώ υπεισέρχεται η, δεξιά κατά τον Spitz, έννοια της καταλογιζόμενης ατομικής ευθύνης, σύμφωνα με την οποία τα μέλη μιας κοινωνίας είναι υπεύθυνα για την κατάστασή τους.

Ο Spitz αναγνωρίζει τη δημοφιλία της συγκεκριμένης έννοιας σήμερα, απορρίπτει, όμως, κατηγορηματικά οποιαδήποτε προσπάθεια αναδιανομής των πόρων βασισμένη σε αυτή. Υποστηρίζει πως για την απόρριψη αυτή υπάρχουν ηθικοί, φιλοσοφικοί και πρακτικοί λόγοι: μετά από ποια, άραγε, «ανακριτική» διαδικασία θα στοιχειοθετούνταν οι ατομικές ευθύνες ενός ατόμου για την οικονομική του κατάσταση;

Πώς μπορούμε να προσδιορίσουμε οριστικά για τι είμαστε υπεύθυνοι και για τι δεν είμαστε, πώς ορίζεται η προσωπική επιλογή ή πώς μπορούμε να απομονώσουμε τις συνέπειες της τυχαιότητας, χωρίς να διολισθήσουμε σε μεταφυσικές ερμηνείες;

Τι θα συνέβαινε αν η κοινωνία απαιτούσε από τα μέλη της να αναλαμβάνουν πλήρως τις συνέπειες των αποτυχιών τους; Η κοινωνία, μας θυμίζει ο Spitz, ζει και από τις αποτυχίες ή τα εγχειρήματα που δεν αποτιμώνται σε εμπορευματική αξία, όπως των ερευνητών ή των καλλιτεχνών.

Με αντίστοιχη λογική, και ορμώμενος και πάλι εν πολλοίς από τον Rawls, ο Γάλλος φιλόσοφος απορρίπτει και την έννοια της προσωπικής αξιοσύνης, η οποία δεν μπορεί να οριστεί ούτε με αξιακά ουδέτερο τρόπο, άρα να γίνει καθολικά αποδεκτή, ούτε όμως και να μετρηθεί στην πράξη.

Το φιλοσοφικό-πολιτικό βιβλίο του Spitz καταλήγει θέτοντας ένα πολύ κρίσιμο ερώτημα: αν θέλουμε κοινωνίες-διορθωτικούς μηχανισμούς, στις οποίες η ανορθολογική συμπεριφορά που δεν οδηγεί στον σιωπηρό σκοπό της παραγωγής πλούτου τιμωρείται.

Ή αν θέλουμε ενώσεις, σκοπός των οποίων θα είναι να επιτρέπεται στον καθένα να πετυχαίνει, χωρίς όμως να εμποδίζει κάποιον άλλο και, ταυτόχρονα, όλοι θα εγγυώνται σε όλους τη διατήρηση των νομικών και υλικών όρων για την ανεξαρτησία τους.

Αν η απάντηση είναι το δεύτερο, τότε η πολιτική των επιδομάτων και των ελάχιστων εγγυημένων εισοδημάτων, που τείνει να αποτελέσει την πιο διαδεδομένη λύση στις ανισότητες σήμερα, δεν είναι, προφανώς, η πιο προοδευτική λύση.